Ο βραβευμένος Κύπριος ποιητής Αντρέας Κουκουμάς, που έγινε γνωστός στον χώρο των γραμμάτων με το ψευδώνυμο Άντης Κανάκης, γεννήθηκε το 1946 στην Αγκαστίνα της επαρχίας Αμμοχώστου. Τα πρώτα του μαθητικά χρόνια τα πέρασε στο Β΄ Γυμνάσιο Αμμοχώστου και αργότερα ταξίδεψε στη Μόσχα, όπου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στην Ιστορία. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στην Κύπρο, έχοντας πλέον στις αποσκευές του όχι μόνο γνώσεις, αλλά και μια βαθύτερη ματιά πάνω στην ιστορία και την κοινωνία.
Η παρουσία του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στα γράμματα. Ο Κουκουμάς συμμετείχε ενεργά στη δημόσια και κοινωνική ζωή του τόπου, ιδιαίτερα μέσα από τον χώρο της Αριστεράς. Από το 1973 έως το 1977 υπηρέτησε ως γραμματέας της ΕΔΟΝ Αμμοχώστου, ενώ από το 1977 ανέλαβε καθήκοντα κεντρικού μορφωτικού υπεύθυνου της Παγκύπριας Εργατικής Ομοσπονδίας (ΠΕΟ). Η τουρκική εισβολή του 1974 σημάδεψε βαθιά τη ζωή του, όπως και τη ζωή χιλιάδων Κυπρίων, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο και να ζήσει ως πρόσφυγας στη Λευκωσία. Αργότερα, από το 1986 μέχρι το 1991, υπηρέτησε ως δήμαρχος Λατσιών.
Η σχέση του με την ποίηση ξεκίνησε από πολύ νωρίς και αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους τρόπους με τους οποίους εξέφρασε τις σκέψεις, τις αγωνίες και τις μνήμες του. Ποιήματα, άρθρα και μελέτες του φιλοξενήθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ η ποιητική του φωνή ταξίδεψε και πέρα από τα σύνορα της Κύπρου, καθώς έργα του μεταφράστηκαν στα ρωσικά, τα βουλγαρικά, τα αγγλικά και τα τουρκικά.
Το πρώτο του ποιητικό βιβλίο κυκλοφόρησε το 1975 με τίτλο Στη Ματωμένη Κύπρο. Ακολούθησαν οι συλλογές Μνήμη και Συνείδηση (1977), Γράφοντας Ιστορία (1978), Το Καράβι (1980) και Συνεχίζουμε (1982). Ιδιαίτερη αναγνώριση γνώρισε η συλλογή Μνήμη και Συνείδηση, η οποία τιμήθηκε με έπαινο από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου.
Ο Αντρέας Κουκουμάς δεν περιορίστηκε μόνο στην ποιητική δημιουργία. Ασχολήθηκε και με την πεζογραφία, κυρίως με το διήγημα, αποδεικνύοντας πως η ανάγκη του να μιλήσει για τον άνθρωπο και τον τόπο μπορούσε να πάρει πολλές μορφές.
Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκονται κυρίως η ζωή της κυπριακής υπαίθρου, οι αγώνες των εργατών και των αγροτών, αλλά και η τραυματική πραγματικότητα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Η ποίησή του αντλεί δύναμη από τη μνήμη και την κοινωνική ευαισθησία, μετατρέποντας τις προσωπικές και συλλογικές πληγές σε λόγο. Μέσα από τα έργα του, η Κύπρος δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας τόπος, αλλά ως μια πατρίδα που κουβαλά ιστορία, πόνο, αγώνα και ελπίδα.
Σήμερα, 14 Αυγούστου,ανήμερα της μαύρης επετείου για την πατρίδα μας, θυμόμαστε τρία ποιήματα του:
Ένας Αγνοούμενος
Εμένα μη με γυρεύετε με τη φωτογραφία.
Πολλούς έτσι γυρεύουν. Μα κανένα δεν βρίσκουν.
Εμένα θα με βρείτε στον Πενταδάχτυλο
μικρό δεντρί μες στα πολλά,
καταπράσινο, μπροστά στον ήλιο την αυγή
γεμάτο χρυσοστάλες.
Μη με κόψετε όμως.
Αφήστε με να μεγαλώσω.
Να τραγουδάτε στον ίσκιο μου τα καλοκαίρια.
Μη με γυρεύετε με τη φωτογραφία.
Είμαι ένα ματσικόρυδο στη Μεσαορία.
Μη με κόψετε όμως.
Αφήστε με να μεγαλώσω.
Μη με γυρεύετε με τη φωτογραφία.
Είμαι ένα ματσικόρυδο στη Μεσαορία.
Μη με κόψετε όμως.
Αφήστε με να μεγαλώσω.
ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ
Θα μιλήσει το γέρικο κυπαρίσσι.
Η αιώνια ελιά.
Το έλατο που μετράει τα χρόνια μας
την Πρωτοχρονιά.
Η μικρή βροχή του χειμώνα
κι ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού
θα λένε την ιστορία μας
ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ
Θα μιλήσει το γέρικο κυπαρίσσι.
Η αιώνια ελιά.
Το έλατο που μετράει τα χρόνια μας
την Πρωτοχρονιά.
Η μικρή βροχή του χειμώνα
κι ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού
θα λένε την ιστορία μας
σ’ αυτούς που θάρθουν.
Και θάναι όλοι μια οικογένεια
Με λεβέντες γιους κι όμορφες κόρες.
Θα τραγούδουνε στις αυλές τραγούδια νέα
και θα τους φωνάζουνε (Άχμετ-Μαρία Αισιέ- Ανδρέα).
Θα τους ιστορούνε το μίσος,
τους τόσους θανάτους
που ο ξένος Ιάγος
μεταξύ μας προκάλεσε
ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ
Αυτά που είπαμε σήμερα
έπρεπε να τα πούμε χθες.
Αυτά που κάναμε σήμερα
έπρεπε να τα κάνουμε χθες.
Τα λόγια κι οι ενέργειες μας
δεν συμβαδίζουν με το χρόνο.
Κυνηγούμε το χρόνο
και δεν τον φτάνουμε.
Μα ο χρόνος σκληρός εκδικητής
λεπίδι αφήνει πίσω του
και μας κομματιάζει.
Κι όλο αναρωτιόμαστε
τις νύχτες μ’ αγωνία
—Πόσο ακόμα αίμα θα χρειαστεί
για να το φτάσουμε.
Φεύγουμε
Φεύγουμε
αφήνοντας
κομμένο
ένα δένδρο
πλάι στ’ όρθιο
και την γάτα
να κοιμάται
στη σκιά.
Φεύγουμε
διψασμένοι
μετρώντας
τις σταγόνες
π’ απέμειναν
στις παλάμες,
ενώ πίσω μας
κυμματίζει
απέραντη θάλασσα,
Φεύγουμε
Ερωτευμένοι
χωρίς να τελειώσουμε
το ποίημα.




