Λιαντίνης – Ο Έλληνας που νίκησε τον Θάνατο


Του Κωνσταντίνου Λαγού

Την 1η Ιουνίου 1998, ένας από τους πιο αινιγματικούς Έλληνες διανοούμενους του 20ού αιώνα εγκατέλειψε οικειοθελώς τη ζωή που είχε χτίσει. Ο Δημήτρης Λιαντίνης, πανεπιστημιακός δάσκαλος, συγγραφέας και στοχαστής με φανατικούς θαυμαστές αλλά και έντονους επικριτές, άφησε πίσω του το σπίτι του, την έδρα του στο πανεπιστήμιο, τα βιβλία του, τους μαθητές του και την καθημερινότητα που τον περιέβαλλε. Άφησε επιστολές στους δικούς του ανθρώπους, τακτοποίησε τις τελευταίες του εκκρεμότητες και ξεκίνησε μόνος για τον Ταΰγετο.

Δεν επρόκειτο για μια αυθόρμητη φυγή ούτε για μια ανεξήγητη εξαφάνιση. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, ήταν το τελευταίο βήμα μιας απόφασης που είχε ωριμάσει μέσα του επί χρόνια.

Από εκείνη την ημέρα χάθηκαν τα ίχνη του.

Επτά χρόνια αργότερα, σε μια μικρή σπηλιά του Ταϋγέτου, ένας πολύ στενός του φίλος υπέδειξε τον τόπο ταφής του Λιαντίνη, βάσει των οδηγιών που ο ίδιος του είχε δώσει. Για πολλούς ήταν ένα σοκ. Για άλλους ένα αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν η τελευταία πράξη ενός ανθρώπου που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του διδάσκοντας πως η φιλοσοφία δεν αξίζει τίποτα αν δεν γίνεται βίωμα.

Ο Δημήτρης Λιαντίνης δεν ήταν ένας συνηθισμένος πανεπιστημιακός. Καθηγητής φιλοσοφίας της αγωγής, συγγραφέας και βαθύς μελετητής της αρχαιοελληνικής αλλά και μοντέρνας δυτικής σκέψης, αφιέρωσε το έργο του στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: τη ζωή, τον θάνατο, την ελευθερία, τη μοίρα και το νόημα του ανθρώπινου πεπρωμένου.

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η εξαφάνισή του, άρχισαν οι ερμηνείες. Άλλοι μίλησαν για φυγή. Άλλοι για απόγνωση. Άλλοι για μια ακατανόητη πράξη ενός εκκεντρικού διανοούμενου. Όσοι όμως είχαν μελετήσει βαθύτερα το έργο του και τον γνώριζαν πραγματικά, μπορούσαν να διακρίνουν ότι ο Λιαντίνης προετοίμαζε αυτή τη συνάντηση με τον θάνατο για τουλάχιστον είκοσι πέντε χρόνια.

Ο Δημήτρης Λιαντίνης δεν αντιμετώπιζε τον θάνατο ως κάτι που απλώς συμβαίνει στον άνθρωπο, αλλά ως την ύστατη δοκιμασία ελευθερίας, συνείδησης και συνέπειας. Για εκείνον, η αξία μιας φιλοσοφίας κρίνεται τη στιγμή που ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στο τέλος — μόνος, χωρίς παρηγορίες, χωρίς ψευδαισθήσεις και χωρίς δανεικές βεβαιότητες.

«Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη, δε θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου.»

Και ίσως εκεί να βρίσκεται το στοιχείο που κάνει τον Λιαντίνη τόσο ξεχωριστό. Δεν περιορίστηκε στο να γράψει για την τραγικότητα της ύπαρξης όπως τόσοι άλλοι στοχαστές. Επέλεξε να ζήσει σύμφωνα με όσα πίστευε μέχρι την τελευταία στιγμή. Αυτό ακριβώς ήταν που θαύμαζε στον Προμηθέα: όχι τα λόγια, αλλά την πράξη. Τον άνθρωπο που αναλαμβάνει ο ίδιος το βάρος της αλήθειας που κηρύσσει. Έτσι, η τελευταία του πορεία στον Ταΰγετο μοιάζει λιγότερο με εξαφάνιση και περισσότερο με την ολοκλήρωση μιας βαθιά προσωπικής φιλοσοφικής διαδρομής που ταύτισε απόλυτα τον λόγο και τον βίο του.

Ωστόσο, διαβάζοντας μέχρι εδώ, κάποιος θα μπορούσε εύκολα να σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Λιαντίνης ήταν ένας σκοτεινός άνθρωπος, χαμένος μέσα στα βιβλία, απορροφημένος από σκέψεις γύρω από τον θάνατο. Κάθε άλλο!

Ο Λιαντίνης αγαπούσε βαθιά τη ζωή. Είχε κατανοήσει ότι η ύπαρξη είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο δώρο που δεν πρέπει να σπαταλιέται μέσα στην αναβολή και την αυταπάτη. «Τρύγησε τη μέρα. Δεν είναι αναβλητή η ζωή. Ούτε αναστρέψιμη», έγραψε στα βιβλία του.
Προέτρεπε τους μαθητές του να ζήσουν, να χαρούν τα νιάτα, «έχετε χρόνο για να μάθετε τα μαθήματά τους», έλεγε.

Η πολύχρονη μελέτη του πάνω στο φαινόμενο του θανάτου δεν γεννήθηκε από περιφρόνηση προς τη ζωή, αλλά από την ανάγκη να ανακαλύψει το βαθύτερο νόημά της. Για τον Λιαντίνη, όποιος συμφιλιώνεται με τη θνητότητά του μαθαίνει ταυτόχρονα να ζει πιο συνειδητά, πιο ελεύθερα και πιο αληθινά.

Η σκέψη του ήταν βαθιά ελληνική — μιας και ο ίδιος λάτρεψε την Ελλάδα στον μέγιστο βαθμό — όχι με την επιφανειακή ή εθνικιστική έννοια, αλλά με τον τρόπο που οι αρχαίοι Έλληνες από τον Όμηρο αντιμετώπιζαν την ύπαρξη: με καθαρό βλέμμα απέναντι στη μοίρα, με μέτρο, τραγική συνείδηση και αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο. Στον Λιαντίνη ζωντάνευε ξανά εκείνη η παλιά αυστηρότητα και περηφάνια της Σπάρτης και του Ταϋγέτου. Η ίδια πνευματική γραμμή που ενώνει τον Ηράκλειτο, τον Αισχύλο και τον Σωκράτη με την ιδέα ότι ο άνθρωπος οφείλει να ζει και να πεθαίνει όρθιος. Γι’ αυτό θαύμαζε τόσο βαθιά τον Αισχύλο. Όχι μόνο επειδή έγραψε τον Προμηθέα Δεσμώτη, αλλά επειδή πριν γίνει ποιητής υπήρξε πολεμιστής στον Μαραθώνα. Ο ίδιος ο Αισχύλος, στον επιτάφιό του, δεν ζήτησε να μνημονευθούν οι τραγωδίες του, αλλά η συμμετοχή του στη μάχη. Αυτό συγκλόνιζε τον Λιαντίνη. Το γεγονός ότι ο ποιητής δεν έμεινε στα λόγια. Ότι έζησε μέσα στην πράξη όσα ύμνησε με την τέχνη του.

Ο Λιαντίνης ζητούσε από τον δημιουργό να δίνει υπαρξιακή εγγύηση για τα λόγια του. Να γίνεται ο ίδιος το έργο του. Και αυτό ακριβώς προσπάθησε να κάνει μέχρι τέλους. Σε όλο του το έργο μιλούσε για τον θάνατο χωρίς φόβο και χωρίς μεταφυσικές παρηγοριές. Τον αντιμετώπιζε όχι ως ατύχημα της ζωής αλλά ως το μέγιστο γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίστευε ότι ο άνθρωπος οφείλει να τον αντικρίζει όρθιος, καθαρός και ελεύθερος. Χωρίς αυταπάτες. Χωρίς φυγή.

Και τότε συνέβη κάτι σχεδόν ασύλληπτο για τα σύγχρονα μέτρα. Έκανε πράξη όσα δίδασκε.

Η τελευταία του πορεία στον Ταΰγετο δεν υπήρξε μια πράξη απελπισίας, αλλά η τελική συνέπεια μιας ολόκληρης φιλοσοφίας ζωής. Συνάντησε τον θάνατο με τους δικούς του όρους, και όταν επέλεξε ο ίδιος τη στιγμή ήταν «κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης». Όπως ο Προμηθέας αποδέχεται τον Καύκασο χωρίς να μετανοεί, έτσι και ο Λιαντίνης στάθηκε απέναντι στο αναπόφευκτο χωρίς να παρακαλέσει, χωρίς να κρυφτεί πίσω από ψευδαισθήσεις.

Ίσως γι’ αυτό ο Λιαντίνης αξίζει να σταθεί δίπλα στις μεγάλες μορφές της ελληνικής σκέψης. Όχι επειδή ίδρυσε κάποια σχολή ούτε επειδή αναγνωρίστηκε θεσμικά όσο θα του άξιζε, αλλά επειδή ενσάρκωσε κάτι βαθιά ελληνικό που σπανίζει στους νεότερους χρόνους: την ενότητα λόγου και πράξης. Από τον Σωκράτη που ήπιε το κώνειο χωρίς να προδώσει τη φιλοσοφία του, μέχρι τον Αισχύλο που προτίμησε να θυμάται τον εαυτό του ως μαχητή και όχι ως ποιητή, η ελληνική παράδοση τίμησε πάντοτε εκείνους που βίωσαν τις ιδέες τους μέχρι τέλους.

Ο Λιαντίνης ανήκει σε αυτή τη γραμμή.

Γιατί δεν αρκέστηκε να ερμηνεύσει τον θάνατο, την ελευθερία και την τραγικότητα της ύπαρξης. Τόλμησε να σταθεί απέναντί τους με προσωπικό κόστος. Και αυτή η σπάνια συνέπεια είναι που τον κάνει, στα δικά μου μάτια, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής σκέψης διαχρονικά. Όχι επειδή μίλησε για τον θάνατο, αλλά επειδή τόλμησε να τον αντιμετωπίσει όπως πίστευε ότι αρμόζει σε έναν ελεύθερο άνθρωπο. Ο Λιαντίνης δεν μας δείχνει έναν δρόμο φυγής από τη ζωή, αλλά μας καλεί να πάψουμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται ποτέ να πεθάνουμε. Μας υπενθυμίζει ότι η επίγνωση του τέλους είναι εκείνη που δίνει βάθος, βαρύτητα και νόημα σε κάθε στιγμή της ύπαρξης.

Σε μια εποχή που προσπαθεί να αγνοήσει τον θάνατο, εκείνος τόλμησε να τον κοιτάξει κατάματα. Όχι επειδή αγαπούσε λιγότερο τη ζωή, αλλά επειδή την αγαπούσε τόσο πολύ ώστε δεν ήθελε να τη ζήσει μέσα σε ψευδαισθήσεις.

Ο κάθε άνθρωπος οφείλει, κατά τον Λιαντίνη, να αναμετρηθεί με το αναπόφευκτο της δικής του θνητότητας. Να αποδεχθεί τη φύση του, τα όριά του και την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Να ζήσει με επίγνωση ότι ο χρόνος είναι πεπερασμένος και γι’ αυτό ανεκτίμητος.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται η αληθινή του κληρονομιά.
Όχι η ιδέα του θανάτου, αλλά η κατάφαση της ζωής μέσα από τη συνείδηση του τέλους της.


Το γράμμα που άφησε στην κόρη του τη μέρα της εξαφάνισης του

Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.

Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπουκη, και τον Παναγιώταροτο συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή.

Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου.

Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή*, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή*, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης.

Έζησα έρημος και ισχυρός.
Λιαντίνης

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή
να στεφανωθούν οι μορφές**
Σολωμού στη Ζάκυνθο κ’ Λυκούργου
στη Σπάρτη.

* Διγενής: γαμπρός του Δ. Λιαντίνη εκείνη την εποχή.

** Οι μορφές στεφανώθηκαν στις 3/6/1998.

Διάλεξη «Η Φιλοσοφική θεώρηση του Θανάτου»​​​​​​​​​​​​​

Ντοκιμαντέρ ΕΡΤ


Μέχρι σήμερα, το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη παραμένει εν πολλοίς άγνωστο. Μια καλή ευκαιρία εισαγωγής στο έργο του είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου «Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός».

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn

Leave a Comment

On Key

Related Posts

error: Content is protected !!