Γράφει ο Καθηγητής Ζαννέτος Τοφαλλής
(Κυπριακή Παροικία Λονδίνου)
Σήμερα, 14 Σεπτεμβρίου, γιορτάζεται σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο η Μεγάλη Δεσποτική εορτή της Χριστιανοσύνης, η οποία, λόγω της μεγάλης πνευματικής της σημασίας, καθώς θεωρείται ισότιμη με τη Μεγάλη Παρασκευή, είναι συνδεδεμένη με αυστηρή νηστεία χωρίς λάδι και κρασί, εκτός αν συμπέσει με Κυριακή ή Σάββατο.
Μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η Αγία Ελένη μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να αναζητήσει τον Σταυρό του Χριστού και, σύμφωνα με την παράδοση, ο τόπος του Γολγοθά εντοπίστηκε χάρη στο έντονο άρωμα ενός φυτού, του βασιλικού, που φύτρωνε στο σημείο εκείνο. Στο σημείο των ανασκαφών βρέθηκαν τρεις σταυροί και, για να αναγνωρίσουν ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος τοποθέτησε τους σταυρούς πάνω στο σώμα μιας ευσεβούς νεκρής γυναίκας. Όταν ακούμπησε ο τρίτος σταυρός, του Χριστού, η γυναίκα αναστήθηκε.
Την επόμενη ημέρα από τα Εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου 335, ο Μακάριος ανέβηκε στον άμβωνα και ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ώστε να τον δουν και να τον προσκυνήσουν οι χιλιάδες πιστοί που έψελναν το «Κύριε ελέησον». Το 614, οι Πέρσες κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ, λεηλάτησαν τον Ναό της Αναστάσεως και ο βασιλιάς τους, Χοσρόης Β΄, πήρε τον Τίμιο Σταυρό ως λάφυρο στην πρωτεύουσά τους, τον Κτησιφώντα. Όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος, ύστερα από πολυετείς εκστρατείες, νίκησε ολοκληρωτικά τους Πέρσες, ανέκτησε το ιερό κειμήλιο, το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και, στις 14 Σεπτεμβρίου του 629, ο πατριάρχης Σέργιος τον ύψωσε με παρόμοια λαμπρότητα στον ναό της Αγίας Σοφίας, επισφραγίζοντας τη δεύτερη καθιέρωση της εορτής.
Η αυστηρή νηστεία και η θεολογία της εορτής συνδέονται άμεσα, καθώς η ημέρα αυτή αντιμετωπίζεται πνευματικά ως μια δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στο εκκλησιαστικό έτος. Η Εκκλησία έχει καθιερώσει τη 14η Σεπτεμβρίου ως ημέρα απόλυτου πένθους, επειδή η νηστεία αποτελεί έμπρακτη συμμετοχή του πιστού στο Πάθος του Κυρίου, η δε ημέρα είναι αφιερωμένη στην εσωτερική κάθαρση και τη μετάνοια, θυμίζοντάς μας το τίμημα που καταβλήθηκε για τη σωτηρία μας. Παρόλο που πρόκειται για «πανήγυρη», επειδή βρέθηκε ο Σταυρός, η θέαση του οργάνου του μαρτυρίου προκαλεί κατάνυξη που εκφράζεται και σωματικά.
Η θεολογική σημασία της Ύψωσης είναι βαθιά και ανατρεπτική, καθώς μεταμορφώνει ένα σύμβολο κατάρας σε πηγή ζωής. Στον αρχαίο κόσμο, ο σταυρός ήταν το πιο ατιμωτικό και φρικτό μέσο εκτέλεσης, αλλά με τη θυσία του Χριστού, η θεολογία της Εκκλησίας αναστρέφει πλήρως αυτή την έννοια και ο Σταυρός γίνεται το Ζωηφόρο Ξύλο που νικά τον θάνατο και τον διάβολο. Δεν είναι πλέον σύμβολο αδυναμίας, αλλά το απόλυτο τρόπαιο της νίκης του Χριστού, όπως ψάλλεται, άλλωστε, και στο απολυτίκιο της ημέρας. Η ορθόδοξη θεολογία κάνει παραλληλισμό ανάμεσα στην πτώση των πρωτοπλάστων και τη σωτηρία. Από το ξύλο του δένδρου της Εδέμ, από τον καρπό της γνώσης του καλού και του κακού, εισέβαλαν η αμαρτία και ο θάνατος στον κόσμο μέσω της παρακοής του Αδάμ, αλλά από το Ξύλο του Σταυρού έρχονται η Ζωή και η Ανάσταση μέσω της υπακοής του «Νέου Αδάμ», του Χριστού. Κατά την τελετή, ο ιερέας υψώνει τον Σταυρό, στρεφόμενος και προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Αυτό εμπεριέχει δύο βασικά θεολογικά μηνύματα. Η θυσία του Χριστού δεν αφορά έναν επιμέρους και περιούσιο λαό, αλλά αγιάζει ολόκληρη την κτίση και την οικουμένη απ’ άκρου εις άκρον, τα δε τέσσερα άκρα του Σταυρού συμβολίζουν ότι ο Χριστός, απλώνοντας τα χέρια Του επάνω σε Αυτόν, αγκαλιάζει και ενώνει τα «διεστώτα», τα απομακρυσμένα και χωρισμένα, δηλαδή τον Θεό με τον άνθρωπο και τους ανθρώπους μεταξύ τους.
Κατά την ημέρα αυτή, οι πιστοί φέρνουν στους ναούς κλωνάρια βασιλικού, ο ιερέας τα χρησιμοποιεί για τον αγιασμό και στη συνέχεια τα μοιράζει στο εκκλησίασμα ως ευλογία. Σύμφωνα με ένα παλιό ελληνικό έθιμο, οι νοικοκυρές χρησιμοποιούν τον αγιασμό της Υψώσεως και τον βασιλικό για να φτιάξουν το «νέο προζύμι» της χρονιάς, χωρίς τη χρήση μαγιάς.






