Text follows in English

Αυτούσια η ανακοίνωση του κινήματος Άλμα
Εδώ και χρόνια η κυπριακή κοινωνία βιώνει τις συνέπειες του ανέλεγκτου του Γενικού Εισαγγελέα. Τώρα, δυστυχώς, φαίνεται να προβάλλεται αξίωση για ένα δεύτερο «ανέλεγκτο», αυτή τη φορά από τον ίδιο τον Γενικό Ελεγκτή.
Με σκοπό την ετοιμασία της πρότασης νόμου που προεκλογικά είχαμε εξαγγείλει για τη θεσμοθέτηση της Διευθυντικής Ομάδας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ζήτησα τα πρακτικά των τελευταίων συνεδριάσεών της. Πρόκειται για έγγραφα καθαρά διοικητικής φύσης, τα οποία, κατά την άποψή μου, θα μπορούσαν ακόμη και να είναι δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας.
Η πρόταση νόμου αποστάλθηκε τελικά χθες στις υπηρεσίες της Βουλής για νομοτεχνικό έλεγχο και θα κατατεθεί την ερχόμενη Πέμπτη. Με αυτήν θεσμοθετείται η Διευθυντική Ομάδα, την οποία είχα εισαγάγει το 2019, στη βάση εισηγήσεων Βρετανών εμπειρογνωμόνων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, για ενίσχυση της διαφάνειας και της συλλογικότητας στη λήψη αποφάσεων, και η οποία σήμερα έχει ουσιαστικά ατονήσει. Παράλληλα, με την πρόταση νόμου, ενισχύονται οι θεσμικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Αυτές είναι οι αρχές για τις οποίες έδωσα μάχες επί δέκα χρόνια ως Γενικός Ελεγκτής. Ποτέ δεν διεκδίκησα ή υποστήριξα το ανέλεγκτο του θεσμού
Η χθεσινή επίθεση του Γενικού Ελεγκτή εναντίον της Προέδρου της Βουλής, του Προέδρου και μελών της Επιτροπής Ελέγχου και εμένα προσωπικά, με τρόπο που προσέδωσε πολιτική χροιά σε ένα καθαρά θεσμικό ζήτημα, ήταν πρωτοφανής και δυσανάλογη. Η δήλωσή του ότι δεν προτίθεται να παρέχει στοιχεία στην Επιτροπή Ελέγχου και ότι δεν αποδέχεται καν να του παραπέμπονται υποθέσεις για τη διεξαγωγή ελέγχων δημιουργεί σοβαρό ζήτημα θεσμικής λογοδοσίας.
Για δέκα χρόνια η Ελεγκτική Υπηρεσία συνεργαζόταν στενά με την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, η οποία αποτελούσε θεσμικό της σύμμαχο στην άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν σημαίνει ασυδοσία ούτε απαλλαγή από κάθε μορφή λογοδοσίας προς τη Βουλή.
Μετά τις χθεσινές δηλώσεις έχουν περιέλθει σε γνώση μου πληροφορίες, το βάσιμο των οποίων έχω ελέγξει και επιβεβαιώσει, οι οποίες εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς τους λόγους αυτής της αντίδρασης. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν αποφάσεις του Γενικού Ελεγκτή να κρατήσει στο συρτάρι για περίπου 20 μήνες υπόθεση εξαιρετικά μεγάλης χρηματικής αξίας σε δημόσια σύμβαση, καθώς ως προς το τελικό περιεχόμενο και τον χρόνο έκδοσης δύο εκθέσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Και οι τρεις περιπτώσεις συνδέονται με αποφάσεις στις οποίες είχε προσωπική εμπλοκή ή ενδιαφέρον ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, η απρόκλητη και δυσανάλογη επίθεση του Γενικού Ελεγκτή εναντίον της Προέδρου της Βουλής και της Επιτροπής Ελέγχου, σε συνδυασμό με την επιλογή του να οδηγήσει σε αδράνεια τη Διευθυντική Ομάδα, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη πλήρους θεσμικής διαφάνειας και λογοδοσίας. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλίζεται ότι ο Γενικός Ελεγκτής θα ενεργεί ως πραγματικά ανεξάρτητος θεσμικός αξιωματούχος και όχι με τρόπο που θα εξυπηρετεί, ή που εύλογα θα δημιουργεί την εντύπωση ότι εξυπηρετεί, τις πολιτικές επιδιώξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Την Πέμπτη θα θέσω το ζήτημα ενώπιον των συναδέλφων μου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου. Όταν ένας ανεξάρτητος αξιωματούχος δηλώνει δημόσια ότι δεν θα συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ο νόμος τού επιβάλλει έναντι της Βουλής, δημιουργείται σοβαρό θεσμικό ζήτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο.
Η διεθνής πρακτική είναι σαφής. Όπως αποτυπώνεται και στο διεθνώς αναγνωρισμένο «τρίγωνο λογοδοσίας», το οποίο ως Γενικός Ελεγκτής παρουσίασα δημόσια το 2020, οι Ανώτατες Ελεγκτικές Υπηρεσίες λειτουργούν με πλήρη ανεξαρτησία έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα λογοδοτούν θεσμικά στο Κοινοβούλιο, με το οποίο συνεργάζονται για την αποτελεσματικότερη άσκηση του δημόσιου ελέγχου. Το σχετικό διάγραμμα επισυνάπτεται.
Η Βουλή δεν καλείται μόνο να υπερασπιστεί τις αρμοδιότητές της και το θεσμικό της κύρος. Καλείται να υπερασπιστεί μια θεμελιώδη αρχή της δημοκρατικής λογοδοσίας, όπως αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα σύγχρονα κράτη δικαίου, αλλά και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν ότι κανένας θεσμός δεν βρίσκεται υπεράνω λογοδοσίας.
Λευκωσία, 27 Ιουνίου 2026
Full statement of the ALMA movement
For years, Cypriot society has been experiencing the consequences of the unchecked power of the Attorney General. Now, unfortunately, there appears to be a claim for a second form of “unaccountability”, this time coming from the Auditor General himself.
With the aim of preparing the bill we had announced pre-election regarding the institutionalisation of the Management Team of the Audit Office, I requested the minutes of its most recent meetings. These are documents of a purely administrative nature, which, in my view, could even be published on the Service’s website.
The bill was ultimately sent yesterday to the services of the House of Representatives for legal scrutiny and will be submitted next Thursday. It establishes the Management Team, which I introduced in 2019 on the basis of recommendations by British experts from the UK National Audit Office, to strengthen transparency and collective decision-making, and which today has effectively become dormant. At the same time, the bill strengthens the institutional safeguards for the independence of the Audit Office. These are the principles for which I fought for ten years as Auditor General. I never claimed or supported the idea of the Auditor General being unaccountable.
The Auditor General’s attack yesterday against the Speaker of the House, the Chair and members of the Audit Committee, and myself personally—framing a purely institutional issue in political terms—was unprecedented and disproportionate. His statement that he does not intend to provide information to the Audit Committee, and that he does not even accept cases being referred to him for audit, creates a serious issue of institutional accountability.
For ten years, the Audit Office worked closely with the House Audit Committee, which served as its institutional ally in exercising parliamentary oversight. The independence of the Audit Office does not mean impunity, nor exemption from all forms of accountability to Parliament.
Following yesterday’s statements, information has come to my attention, the validity of which I have checked and confirmed, raising serious questions about the reasons behind this reaction. This information concerns decisions by the Auditor General to keep on hold for approximately 20 months a case of exceptionally high financial value involving a public contract, as well as the final content and timing of two Audit Office reports. All three cases are linked to decisions in which the President of the Republic himself had a personal involvement or interest.
In light of the above, the unprovoked and disproportionate attack by the Auditor General against the Speaker of the House and the Audit Committee, combined with his decision to render the Management Team inactive, makes the need for full institutional transparency and accountability even more urgent. Only in this way can it be ensured that the Auditor General acts as a truly independent institutional officer and not in a manner that serves—or that reasonably creates the impression of serving—the political interests of the President of the Republic.
On Thursday I will raise the matter before my colleagues in the Parliamentary Audit Committee. When an independent official publicly declares that he will not comply with the legal obligations imposed on him towards Parliament, a serious institutional issue arises that cannot go unanswered.
International practice is clear. As reflected in the internationally recognised “accountability triangle”, which I, as Auditor General, publicly presented in 2020, Supreme Audit Institutions operate with full independence from the executive branch, but at the same time are institutionally accountable to Parliament, with which they cooperate for the more effective exercise of public audit. The relevant diagram is attached.
Parliament is not only called upon to defend its powers and institutional authority. It is called upon to defend a fundamental principle of democratic accountability, as applied in all modern rule-of-law states, as well as the citizens’ right to know that no institution stands above accountability.
Nicosia, 27 June 2026


