
Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Υπάρχουν πόλεις που κατάλαβαν κάτι πολύ απλό: ότι η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από τα μεγάλα έργα, τις επενδύσεις και τα χρήματα που έρχονται απ’ έξω. Μετριέται και από τον πλούτο που παράγεται μέσα σε μια πόλη παραμένει στην ίδια την πόλη και επιστρέφει στους ανθρώπους και στις επιχειρήσεις της.
Δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση.
Στο Preston της Αγγλίας εφαρμόστηκε το μοντέλο του Community Wealth Building, με τους λεγόμενους anchor institutions – δήμο, πανεπιστήμια, νοσοκομεία και άλλους μεγάλους οργανισμούς – να χρησιμοποιούν μεγαλύτερο μέρος της αγοραστικής τους δύναμης προς όφελος της τοπικής οικονομίας.
Η λογική είναι απλή: όταν ένας μεγάλος οργανισμός χρειάζεται μια υπηρεσία ή ένα προϊόν, δεν εξετάζει μόνο ποιος μπορεί να το προσφέρει. Εξετάζει και πώς η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερο όφελος για την ίδια την περιοχή.
Το μοντέλο αυτό δεν σημαίνει «αγοράζουμε από τους δικούς μας ανεξάρτητα από την ποιότητα ή την αξία». Σημαίνει ότι, όταν υπάρχουν συγκρίσιμες επιλογές και όταν το επιτρέπουν οι κανόνες και οι διαδικασίες, η τοπική οικονομία μπορεί να αποτελεί συνειδητή παράμετρο στις αποφάσεις.
Παρόμοιες προσπάθειες έχουν γίνει και αλλού, με διαφορετικά εργαλεία.
Στην Ithaca της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, δημιουργήθηκε το Ithaca HOURS, ένα τοπικό σύστημα νομίσματος που στόχευε στην ενίσχυση των συναλλαγών μεταξύ κατοίκων και τοπικών επιχειρήσεων.
Δεν ήταν πανάκεια. Όπως συμβαίνει με πολλά τέτοια εγχειρήματα, υπήρχαν περιορισμοί και προβλήματα στον σχεδιασμό και στη διάδοσή του.
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στη βασική ιδέα: Πώς μπορούμε να κάνουμε την οικονομία μιας πόλης να λειτουργεί περισσότερο υπέρ της ίδιας της πόλης;
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει και στη Λάρνακα.
Όχι με τη λογική ότι «ο Λαρνακέας πρέπει να παίρνει τη δουλειά επειδή είναι Λαρνακέας». Αλλά με ένα πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα:
Έχουμε ως πόλη μια συνειδητή πολιτική ώστε οι ευκαιρίες, οι αναθέσεις, οι συνεργασίες και η οικονομική δραστηριότητα των θεσμών της να δημιουργούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος για την τοπική κοινωνία;
Και αν δεν την έχουμε, γιατί;
Γιατί ένας δήμος, ένας οργανισμός, μια αρχή ή ένας άλλος φορέας που δραστηριοποιείται στη Λάρνακα δεν θα έπρεπε, όπου αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τους κανόνες, να γνωρίζει ποιοι επαγγελματίες και ποιες επιχειρήσεις της πόλης μπορούν να προσφέρουν μια συγκεκριμένη υπηρεσία;
Γιατί να μην υπάρχει ένας πραγματικός διάλογος με την τοπική επαγγελματική κοινότητα;
Γιατί να μην υπάρχει ένας μηχανισμός που να δίνει στους ανθρώπους της πόλης την ευκαιρία να διεκδικήσουν ισότιμα αυτές τις ευκαιρίες;
Και, κυρίως, γιατί να θεωρούμε αυτονόητο ότι η ανάπτυξη θα έρθει πάντα απ’ έξω;
Φυσικά, υπάρχουν Λαρνακείς που εργάζονται στη Λευκωσία, στη Λεμεσό ή σε άλλες πόλεις. Και πολύ καλά κάνουν. Οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να εργάζονται όπου βρίσκουν τις καλύτερες ευκαιρίες για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί ένας νέος επαγγελματίας να αισθάνεται ότι για να αναγνωριστεί πρέπει να φύγει από την πόλη του. Γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι η σημαντική ευκαιρία βρίσκεται αλλού;
Και εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά.
Δεν υποστηρίζω ότι ένας οργανισμός πρέπει να επιλέγει τον λιγότερο κατάλληλο άνθρωπο επειδή είναι ντόπιος.
Αλλά, όταν υπάρχουν επαγγελματίες της ίδιας περίπου αξίας, όταν πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις και όταν η διαδικασία επιτρέπει την επιλογή, η τοπική διάσταση δεν θα έπρεπε να θεωρείται αδιάφορη.
Γιατί η επιλογή ενός επαγγελματία δεν είναι μόνο μια οικονομική συναλλαγή.Είναι και ένας τρόπος να αποφασίσουμε πού θα κατευθυνθεί η οικονομική δραστηριότητα. Και αυτό είναι που μας προβληματίζει στη Λάρνακα.
Υπάρχουν φορές που δημιουργείται η εντύπωση ότι οι άνθρωποι της πόλης θεωρούνται δεδομένοι. Ότι θα παραμείνουν εδώ. Ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν την πόλη. Ότι θα συνεχίσουν να προσφέρουν, να δημιουργούν, να επενδύουν και να πληρώνουν τους φόρους τους εδώ. Και την ίδια στιγμή, όταν έρχεται η ώρα να μοιραστούν οι ευκαιρίες, η πόλη ξεχνά να κοιτάξει προς τα μέσα.
Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένη περίπτωση. Όχι επειδή δεν υπάρχει κάποια περίπτωση. Αλλά επειδή το ζητούμενο δεν είναι να προσωποποιήσουμε μια συζήτηση που είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα πρόσωπο ή έναν οργανισμό.
Το ζητούμενο είναι να θέσουμε το ερώτημα: Υπάρχει στη Λάρνακα μια πολιτική τοπικής οικονομικής ενδυνάμωσης;
Και αν υπάρχει, πώς εφαρμόζεται;
Πώς αξιοποιείται η αγοραστική δύναμη των θεσμών της πόλης;
Πόσα χρήματα που δαπανούν οι οργανισμοί της Λάρνακας καταλήγουν σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες της ίδιας της πόλης;
Πόσες ευκαιρίες δίνονται στους νέους επαγγελματίες της;
Και πόσο συχνά εξετάζεται πραγματικά η τοπική αγορά πριν αναζητηθεί λύση εκτός πόλης;
Αυτά είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν. Και πρέπει να απαντηθούν με στοιχεία.
Γιατί η αγάπη για την πόλη δεν μπορεί να είναι μόνο σύνθημα.
Δεν μπορεί να ζητούμε από τον κάτοικο να στηρίζει το τοπικό κατάστημα, τον τοπικό επαγγελματία, την τοπική επιχείρηση και την τοπική αγορά, ενώ οι ίδιοι οι θεσμοί της πόλης δεν αναρωτιούνται αν μπορούν να κάνουν το ίδιο.
Η Λάρνακα δεν χρειάζεται να κλειστεί στον εαυτό της. Χρειάζεται, όμως, να πιστέψει περισσότερο στους ανθρώπους της.
Ο αείμνηστος Νίκος Κλεάνθους είχε πει κάποτε: «Η Λάρνακα δεν αδικείται. Η Λάρνακα αδικεί τον εαυτό της.»
Ίσως αυτή η φράση να αξίζει σήμερα να την ξανασκεφτούμε. Όχι για να κατηγορήσουμε τους «άλλους». Αλλά για να αναρωτηθούμε εμείς οι ίδιοι τι πόλη θέλουμε να χτίσουμε. Μια πόλη που περιμένει την ανάπτυξη να έρθει απ’ έξω; Ή μια πόλη που πρώτα κοιτάζει τι ανθρώπους, τι επιχειρήσεις, τι ιδέες και τι δυνατότητες έχει ήδη μέσα της; Γιατί η πραγματική τοπική ανάπτυξη δεν σημαίνει να αποκλείουμε τους άλλους. Σημαίνει να μην αποκλείουμε τους δικούς μας ανθρώπους.
Και αυτό, Λάρνακα μου, είναι μια συζήτηση που αξίζει να κάνουμε.



