
Ανάρτηση Παναγιώτη Χαραλάμπους
Ο δεύτερος πληθυντικός
Να συνεχίσεΤΕ. Μην τα παρατήσεΤΕ. Να ανασκουμπωθείΤΕ. Να διορθωθείΤΕ. Να ξαδοκιμάσεΤΕ. Αυτά είναι τα μηνύματα που λαμβάνουμε τις τελευταίες μέρες. Η τραγική πραγματικότητα όμως είναι ότι δεν χρωστούμε τίποτε σε κανένα. Δεν χρωστούμε σε κανένα να του φτιάξουμε κόμμα για να έχει να ψηφίζει. Τίποτα δεν θα αλλάξει αν πρόσωπο παραμείνει στον δεύτερο πληθυντικό και δεν περάσει στον πρώτο. Στο «εμείς». Στο «ας δοκιμάσουμε». Στο «ας ανασκουμπωθούμε». Στο «ας μην τα παρατήσουμε».
Γιατί ο δεύτερος πληθυντικός είναι βολικός. Είναι ο πληθυντικός του καναπέ. Του σχολίου κάτω από την ανάρτηση. Του «καλά τα λες, αλλά». Του «έπρεπε να είχατε κάνει». Του «γιατί δεν κάνετε». Είναι ο πληθυντικός εκείνου που στέκεται με σταυρωμένα χέρια και περιμένει να του σερβίρουν το αύριο έτοιμο, μαγειρεμένο, σε πιάτο – και αν δεν του αρέσει η γεύση, να το στείλει πίσω στην κουζίνα.
Ο δεύτερος πληθυντικός είναι αυτός που μετατρέπει τον πολίτη σε πελάτη. Που μετατρέπει τη δημοκρατία σε υπηρεσία παράδοσης. Που μετατρέπει τον αγώνα σε ξένη δουλειά. Δική σας. Όχι δική μου. Εγώ απλώς θα κρίνω, θα αξιολογήσω, θα απογοητευτώ, θα γκρινιάξω. Και θα ξαναζητήσω. Από εσάς. Πάντα από εσάς.
Όμως κανείς δεν χρωστά σε κανέναν να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Κανείς δεν χρωστά να στήσει κίνημα για να έχουν οι άλλοι κάτι να σχολιάσουν. Κανείς δεν χρωστά να αναλώνει νύχτες, χρήματα, σχέσεις, υγεία, για να βρει στο τέλος ένα κοινό που του γυρίζει την πλάτη μόλις τα πράγματα δυσκολέψουν – και μετά επιστρέφει με νέες εντολές στον δεύτερο πληθυντικό.
Όσοι το έχουν ζήσει το ξέρουν: τίποτα δεν κουράζει περισσότερο από το να κουβαλάς ένα βάρος που οι άλλοι θεωρούν αυτονόητο ότι είναι δικό σου. Και τίποτα δεν είναι πιο εξοργιστικό από το να σου ζητούν να συνεχίσεις τη στιγμή που εκείνοι δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα δίπλα σου.
Αν θέλουμε κάτι να αλλάξει, ο πληθυντικός πρέπει να αλλάξει πρόσωπο. Να γίνει πρώτος. Να γίνει «εμείς». Να μπει ο καθένας μέσα στη φράση που εκστομίζει. Να μην ζητάει από τους άλλους να ανασκουμπωθούν, αλλά να ανασκουμπώνεται κι ο ίδιος. Να μην απαιτεί από τους άλλους να μην τα παρατήσουν, αλλά να μην τα παρατάει κι ο ίδιος. Να μην περιμένει από τους άλλους να ξαναδοκιμάσουν, αλλά να ξαναδοκιμάζει κι ο ίδιος – έστω σε κάτι μικρό, έστω στη γειτονιά του, έστω σε μια συζήτηση, έστω σε μια ψήφο που δεν θα δοθεί από συνήθεια ή από εκβιασμό.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή και σκληρή: όσο μένουμε στον δεύτερο πληθυντικό, ψάχνουμε σωτήρες. Και όσο ψάχνουμε σωτήρες, βρίσκουμε αφεντικά.
Για μένα αυτός ο δρόμος έχει φτάσει στο τέλος. Το παλεύω εδώ και 24 χρόνια. Πλέον έχω και άλλους δαίμονες να παλέψω. Δεν φτάνουν οι δυνάμεις για όλα. Παρόλα αυτά δεν θα το κάνω ποτέ αυτό σε όσους θα ακολουθήσουν. Τον δεύτερο πληθυντικό.




