
Του Νικόλα Κιρκιλλάρη
(Στέλεχος Ξενοδοχειακής Μονάδας στη Λάρνακα)
Το θέμα το βλέπω και λίγο πιο προσωπικό. Οι γονείς μου εζήσαν για 18 ολοκληρα χρόνια στην Αυστραλία. Ήμασταν κι εμείς ξένοι σε μια άλλη χώρα, προσπαθώντας να εργαστούμε, να προσαρμοστούμε και να δημιουργήσουμε. Ίσως γι’ αυτό αναγνωρίζω ότι η συζήτηση για το ξένο εργατικό δυναμικό πρέπει να γίνεται χωρίς εύκολα συνθήματα. Με ειλικρίνεια, κανόνες, ευθύνη και ανθρωπιά.
Κάποτε μιλούσαμε σχεδόν αυτονόητα για «φθηνό ξένο εργατικό δυναμικό». Η ίδια η φράση έλεγε πολλά, όχι μόνο για τον εργαζόμενο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζαμε: ως χαμηλό κόστος, ως προσωρινή λύση, ως κάποιον που θα έκανε τις δουλειές που εμείς δεν θέλαμε πλέον να κάνουμε.
Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα έχει αλλάξει. Ο ξένος εργαζόμενος ειτε Ευρωπαιος, ειτε απο 3η χωρα στην Κύπρο δεν είναι απλώς μια φθηνότερη επιλογή. Σε αρκετούς κλάδους είναι πλέον αναγκαίος…
Στον τουρισμό, στην εστίαση, στις κατασκευές, στη γεωργία, στην καθαριότητα, στην οικιακή εργασία και στη φροντίδα ηλικιωμένων, πολλές επιχειρήσεις και υπηρεσίες δυσκολεύονται ή ακομη χειρότερα δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς ανθρώπους από άλλες χώρες.
Άρα, το πρώτο ερώτημα είναι απλό: Μπορεί οι διάφοροι κλαδοι της οικονομίας να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται χωρίς ξένο εργατικό δυναμικό;
Με τα σημερινά δημογραφικά δεδομένα, τις ελλείψεις προσωπικού και τη δυσκολία κάλυψης πολλών θέσεων από την τοπική αγορά, η οργανωμένη εισαγωγή εργαζομένων φαίνεται να είναι, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια, μονόδρομος…
Όχι όμως μονόδρομος χωρίς κανόνες. Η μετανάστευση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για χαμηλούς μισθούς, εξαντλητικά ωράρια και κακές συνθήκες εργασίας. Δεν μπορεί να γίνεται το εύκολο εργαλείο για να αποφεύγουν οι επιχειρήσεις την επένδυση στην εκπαίδευση, στην τεχνολογία, στην οργάνωση και στην παραγωγικότητα. Γιατί τότε δεν μιλάμε για κάλυψη πραγματικών αναγκών. Μιλάμε για τη δημιουργία μιας παράλληλης αγοράς εργαζομένων δεύτερης κατηγορίας. Και αυτό δεν βλάπτει μόνο τους ξένους εργαζομένους. Πιέζει προς τα κάτω ολόκληρη την αγορά εργασίας.
Υπάρχουν, λοιπόν, σοβαρές ευθύνες για τους εργοδότες. Όταν φέρνεις έναν άνθρωπο από άλλη χώρα για να εργαστεί, δεν αρκεί να του δώσεις ένα συμβόλαιο και μια στολή. Οφείλεις να τον εκπαιδεύσεις σωστά. Να του εξηγήσεις τα καθήκοντά του σε γλώσσα που κατανοεί. Να του παρέχεις ασφαλείς συνθήκες εργασίας. Να πληρώνεις όσα συμφωνήθηκαν. Να σέβεσαι το ωράριο και την ανάπαυσή του. Να του εξασφαλίζεις αξιοπρεπή διαμονή, όταν αυτή αποτελεί μέρος της συμφωνίας. Δεν γίνεται να απαιτούμε επαγγελματισμό από κάποιον, αλλά εμείς να τον αντιμετωπίζουμε ως αναλώσιμο. Δεν γίνεται να απαιτούμε να σέβεται τη χώρα μας, όταν εμείς δεν σεβόμαστε την υπογραφή μας στο συμβόλαιό του. Και δεν γίνεται να θεωρούμε ότι η ανάγκη του αποτελεί άδεια για την εκμετάλλευσή του.
Υπάρχουν βέβαια και ευθύνες από την πλευρά των ίδιων των εργαζομένων. Όποιος επιλέγει να ζήσει και να εργαστεί στην Κύπρο οφείλει να σέβεται τους νόμους, την κοινωνία, το περιβάλλον εργασίας και τους κανόνες της χώρας. Χρειάζεται να προσπαθήσει να μάθει τη γλώσσα. Να κατανοήσει τις υποχρεώσεις του. Να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της εργασίας. Να εκπαιδευτεί και να αξιολογηθεί όπως κάθε άλλος εργαζόμενος.
Η ένταξη, όμως, δεν μπορεί να είναι απαίτηση μόνο από τη μία πλευρά. Πώς θα ενταχθεί ένας άνθρωπος αν δεν έχει πρόσβαση στη γλώσσα; Αν δεν γνωρίζει τα δικαιώματά του; Αν δεν ξέρει πού να απευθυνθεί όταν υπάρχει πρόβλημα; Αν ζει απομονωμένος και αντιμετωπίζεται παντού με καχυποψία;
Η χώρα υποδοχής έχει ευθύνη να δημιουργεί πραγματικές προϋποθέσεις ένταξης: σωστή ενημέρωση, εκμάθηση γλώσσας, επαγγελματική κατάρτιση, αξιοπρεπή στέγαση, πρόσβαση στις υπηρεσίες και ξεκάθαρες διαδικασίες.
Και εδώ αρχίζουν οι ευθύνες του κράτους και των θεσμών… Χρειαζόμαστε ΣΟΒΑΡΗ μεταναστευτική πολιτική. Όχι αποσπασματικές αποφάσεις, συνθήματα και αχρειαστες δηλώσεις κάθε φορά που ένας κλάδος δηλώνει ότι δεν βρίσκει προσωπικό.
Πόσους εργαζομένους πραγματικά χρειάζεται η οικονομία;
Σε ποιους κλάδους και με ποιες ειδικότητες;
Ποιος ελέγχει τα συμβόλαια και τις συνθήκες διαμονής;
Ποιος προστατεύει τον εργαζόμενο όταν καταγγέλλει παρανομία;
Ποιος ελέγχει τους μεσάζοντες που μπορεί να χρεώνουν υπέρογκα ποσά για να φέρουν ανθρώπους στην Κύπρο;
Δεν αρκεί το κράτος να εγκρίνει άδειες εργασίας.
Πρέπει να ελέγχει και τι συμβαίνει μετά την άφιξη.
Η παράνομη εργασία πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η εκμετάλλευση πρέπει να τιμωρείται και οι σωστοί εργοδότες πρέπει να προστατεύονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό εκείνων που παρανομούν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ασφάλεια. Ένας εργαζόμενος που δεν καταλαβαίνει τις οδηγίες, που δεν εκπαιδεύτηκε σωστά ή που φοβάται να αρνηθεί μια επικίνδυνη εργασία είναι περισσότερο εκτεθειμένος σε ατύχημα. Και όταν συμβεί το ατύχημα, δεν αρκεί να πούμε ότι «δεν κατάλαβε» ή ότι «έκανε λάθος».
Ποιος τον εκπαίδευσε;
Σε ποια γλώσσα;
Ποιος επιβεβαίωσε ότι κατανόησε;
Είχε τον σωστό εξοπλισμό;
Είχε πραγματικά το δικαίωμα να πει «αυτό δεν είναι ασφαλές» χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά του;
Η ασφάλεια δεν είναι μια υπογραφή σε ένα έντυπο.
Είναι εκπαίδευση, επανάληψη, επίβλεψη και πραγματική κατανόηση.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πραγματικότητα που συχνά ξεχνάμε… Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν βρίσκονται πλέον προσωρινά στην Κύπρο. Ζουν εδώ για χρόνια. Δημιούργησαν οικογένειες. Τα παιδιά τους γεννήθηκαν εδώ, πήγαν σε Κυπριακά σχολεία, μιλούν Ελληνικά, έχουν φίλους, γειτονιές και αναμνήσεις από αυτόν τον τόπο… Τι είναι αυτά τα παιδιά για εμάς; Θα συνεχίσουμε να τα βλέπουμε ως «ξένα», ακόμη κι αν η Κύπρος είναι η μοναδική πατρίδα που γνώρισαν; Τι μήνυμα παίρνει ένα παιδί που γεννήθηκε εδώ και νιώθει ότι ανήκει εδώ, όταν ακούει συνεχώς ότι «οι ξένοι πρέπει να φύγουν»;
Η ένταξη δεν αφορά μόνο εκείνον που ήρθε χθες για δουλειά.
Αφορά και τον άνθρωπο που ζει εδώ για δέκα ή είκοσι χρόνια.
Αφορά τις οικογένειές του.
Αφορά τα παιδιά που μεγαλώνουν μαζί με τα δικά μας παιδιά.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα εύκολα συνθήματα:
«Να φύγουν όλοι».
«Μας παίρνουν τις δουλειές».
«Γέμισε η Κύπρος ξένους».
Συνθήματα δυνατά, αλλά χωρίς απάντηση στο βασικό ερώτημα:
Ποιος θα καλύψει αύριο τις χιλιάδες θέσεις εργασίας;
Ποιος θα εργαστεί στις κουζίνες, στους θαλάμους, στα εργοτάξια, στα χωράφια και στη φροντίδα των ηλικιωμένων;
Και γιατί ο τίμιος εργαζόμενος πρέπει να ταυτίζεται με τον παράνομο ή τον εγκληματία;
Η παρανομία πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η εγκληματικότητα πρέπει να διώκεται. Η παράτυπη εργασία πρέπει να περιορίζεται.
Αλλά ο νόμος πρέπει να κρίνει πράξεις, όχι εθνικότητες.
Όποιος παρανομεί πρέπει να λογοδοτεί, είτε είναι Κύπριος είτε ξένος. Η συλλογική ενοχοποίηση όμως δεν αποτελεί πολιτική.
Είναι θυμός μεταμφιεσμένος σε λύση. Και πριν φωνάξουμε «έξω οι ξένοι», καλό είναι να θυμηθούμε και τη δική μας ιστορία.
Για δεκαετίες, χιλιάδες Κύπριοι πήγαν στην Αυστραλία, στη Βρετανία, στην Αμερική, στη Νότια Αφρική και αλλού.
Δεν γνώριζαν όλοι καλά τη γλώσσα. Δεν προσαρμόστηκαν όλοι από την πρώτη ημέρα. Δεν ξεκίνησαν όλοι από εύκολες δουλειές.
Ζήτησαν όμως από τις χώρες που τους υποδέχθηκαν μια ευκαιρία. Όχι περιφρόνηση.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα έχουμε ξένους εργαζομένους. Τους έχουμε ήδη. Τους χρειαζόμαστε ήδη.
Εργάζονται ήδη δίπλα μας. Αρκετοί ζουν ήδη ανάμεσά μας ως μέλη της κοινωνίας μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους χώρα θέλουμε να δημιουργήσουμε. Μια χώρα όπου ο ξένος είναι χρήσιμος μόνο όσο είναι φθηνός, σιωπηλός και αναλώσιμος;
Ή μια οργανωμένη χώρα μέλος της Ε.Ε, με πραγματικές ανάγκες, σωστό σχεδιασμό, αξιοπρεπείς όρους, ίσα εργασιακά δικαιώματα, ουσιαστική ένταξη και μηδενική ανοχή τόσο στην παρανομία όσο και στην εκμετάλλευση; Χρειαζόμαστε ξένο εργατικό δυναμικό.
Χρειαζόμαστε όμως και σοβαρούς εργοδότες. Υπεύθυνο κράτος. Θεσμούς που ελέγχουν και προστατεύουν. Ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική. Καθαρούς κανόνες. Ίσες υποχρεώσεις και ίσα δικαιώματα.
Ο ξένος εργαζόμενος δεν είναι ούτε σωτήρας ούτε εχθρός.
Είναι ένας άνθρωπος που ήρθε να εργαστεί, να ζήσει και ίσως να δημιουργήσει το μέλλον του εδώ. Και τελικά, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετωπίζουμε δεν αποκαλύπτει τόσο τον δικό του πολιτισμό.
Αποκαλύπτει τον δικό μας….


