
Tης συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν θα έπρεπε να χρειάζονται υπενθύμιση. Ένα από αυτά είναι πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να χτυπά ένα παιδί.
Ούτε ένας γονιός. Ούτε ένας εκπαιδευτικός. Ούτε ένας δημόσιος λειτουργός. Ούτε ένας αστυνομικός. Ούτε κανένας ενήλικας που, για οποιονδήποτε λόγο, βρίσκεται απέναντι σε ένα παιδί και έχει εξουσία πάνω του.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ηθική θέση. Πρόκειται για θεμελιώδη αρχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι σαφής. Το άρθρο 19 υποχρεώνει τα κράτη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα ώστε να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφή σωματικής ή ψυχολογικής βίας, τραυματισμού, κακοποίησης ή κακής μεταχείρισης.
Και η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο: έχει καταστήσει σαφές ότι η σωματική τιμωρία αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού και έχει καλέσει τα κράτη να την εξαλείψουν. Το Συμβούλιο της Ευρώπης χαρακτηρίζει τη σωματική τιμωρία μορφή βίας και παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας του παιδιού.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, η λογική του «ένα χτύπημα μόνο». Δεν υπάρχει η λογική του «ήταν για να συμμορφωθεί». Δεν υπάρχει η λογική του «έπρεπε να μάθει». Και ασφαλώς δεν υπάρχει η λογική του «είμαι μεγαλύτερος και έχω εξουσία».
Όταν η εξουσία σηκώνει χέρι
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ευθύνη όταν απέναντι στο παιδί βρίσκεται ένας άνθρωπος που ασκεί εξουσία εκ μέρους της Πολιτείας.
Ο αστυνομικός δεν είναι ένας οποιοσδήποτε πολίτης. Φέρει κρατική εξουσία. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς ένας ενήλικας μέσα σε μια αίθουσα. Είναι ο άνθρωπος στον οποίο η κοινωνία εμπιστεύεται την ασφάλεια, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη παιδιών.
Γι’ αυτό ακριβώς η συμπεριφορά τους οφείλει να είναι πολλαπλά προσεκτική.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του άρθρου 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ορίζει ότι τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και στη φροντίδα που απαιτούνται για την ευημερία τους και ότι, σε κάθε ενέργεια που αφορά παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους πρέπει να αποτελεί πρωταρχική consideration.
Η Σύμβαση του ΟΗΕ προσθέτει και κάτι εξίσου σημαντικό: κανένα παιδί δεν μπορεί να υφίσταται διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής ή άλλου χαρακτηριστικού. Το παιδί είναι φορέας δικαιωμάτων, όχι αντικείμενο της εξουσίας των ενηλίκων.
(Κάποιοι ξαναδιαβάστε το, αν δεν το έχετε εμπεδώσει!)
Και όταν μιλάμε ειδικά για την αστυνομία, οι ευρωπαϊκοί κανόνες είναι ξεκάθαροι: η χρήση βίας πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία, αναλογική και χωρίς διακρίσεις. Η υπερβολική ή αδικαιολόγητη βία απαγορεύεται και κάθε σοβαρή καταγγελία πρέπει να διερευνάται αποτελεσματικά.
Δεν μπορούμε να συνηθίσουμε τη βία.
Η Ευρώπη έχει δει πολλές φορές πού μπορεί να οδηγήσει η ανεξέλεγκτη αστυνομική βία.
Στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 2022, ο 16χρονος Ρομά Κώστας Φραγκούλης πέθανε μετά τον πυροβολισμό του από αστυνομικό στη Θεσσαλονίκη. Το περιστατικό προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις και ανέδειξε για ακόμη μία φορά το ζήτημα της αστυνομικής βίας απέναντι σε Ρομά.
Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2021, ο 18χρονος Ρομά Νίκος Σαμπάνης σκοτώθηκε από πυρά αστυνομικών στο Πέραμα.
Ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν επανειλημμένα επισημάνει τις ανησυχίες γύρω από την υπερβολική χρήση βίας, το φυλετικό προφίλ και την ανάγκη αποτελεσματικής διερεύνησης τέτοιων περιστατικών.
Το ζήτημα δεν είναι ελληνικό ή κυπριακό. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει καταγράψει ότι η αστυνομική βία εναντίον Ρομά και Ταξιδιωτών παραμένει σοβαρό πρόβλημα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, από την εθνοτική στοχοποίηση και την κακομεταχείριση μέχρι την υπερβολική χρήση βίας που, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει οδηγήσει ακόμη και σε θάνατο.
Και στη Γαλλία, η δολοφονία του 17χρονου Ναέλ Μερζούκ από αστυνομικό το 2023 προκάλεσε τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις. Το 2025 η εισαγγελία ζήτησε την παραπομπή του αστυνομικού σε δίκη για ανθρωποκτονία, ενώ η δικαστική διαδικασία συνεχίζεται.
Αυτά δεν είναι «μεμονωμένες ειδήσεις» που πρέπει να ξεχνάμε μόλις περάσουν από την επικαιρότητα. Είναι προειδοποιητικά σημάδια για κάθε δημοκρατική κοινωνία.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος που φορά τη στολή της Πολιτείας χτυπά ένα παιδί, το ζήτημα δεν είναι μόνο το χτύπημα. Είναι το μήνυμα που στέλνει η ίδια η Πολιτεία.
Και το μήνυμα πρέπει να είναι ένα: Τα παιδιά προστατεύονται. Δεν τιμωρούνται με βία. Δεν εκφοβίζονται. Δεν ταπεινώνονται. Δεν στοχοποιούνται.
Αν ένας αστυνομικός χτυπήσει ένα παιδί δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να συνέβη κάτι ασήμαντο. Η Πολιτεία οφείλει να διερευνά άμεσα, ανεξάρτητα και αποτελεσματικά. Και εφόσον αποδειχθεί παράνομη ή καταχρηστική συμπεριφορά, ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν μπορεί να συνεχίζει να ασκεί εξουσία σαν να μη συνέβη τίποτα.
Η στολή δεν παρέχει ασυλία.
Η εξουσία δεν παρέχει δικαίωμα στη βία.
Και ένα παιδί δεν είναι ποτέ ο εύκολος στόχος.
Μια κοινωνία κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει εκείνους που έχουν τη μικρότερη δύναμη να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Γι’ αυτό απέναντι σε κάθε παιδί πρέπει να στεκόμαστε πρώτα ως ΑνΘΡΩΠΟΙ και μετά ως οτιδήποτε άλλο.
Και όταν ένας ενήλικας —ιδίως ένας εκπαιδευτικός, ένας αστυνομικός ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος λειτουργός σηκώνει χέρι εναντίον ενός παιδιού, η κοινωνία οφείλει να μην κοιτάξει αλλού.
Καμία ανοχή στη βία κατά των παιδιών.
Καμία ανοχή στον ρατσισμό.
Καμία ανοχή στην κατάχρηση εξουσίας.
ΚΑΜΙΑ ΚΑΜΙΑ ΚΑΜΙΑ!



