
Ανάρτηση της εκπαιδευτικού Νικόλ Ελευθερίου
«Σε ποια χώρα διορίζεσαι μόνο με την κατάθεση του πτυχίου σου;» τάδε έφη αξ. Υπουργός Παιδείας.
Ας απαντήσει λοιπόν μια εκπαιδευτικός που περίμενε, που υπηρέτησε και που ακόμη περιμένει.
Κυρία Υπουργέ,
Σας άκουσα σήμερα να λέτε ενώπιον της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής «Σε ποια χώρα μπορείς να διοριστείς μόνο με την κατάθεση του πτυχίου σου;» και ομολογώ ότι συγκλονίστηκα από τη δήλωσή σας. Όχι επειδή δεν είχα απάντηση. Αλλά επειδή έχω πάρα πολλές. Και επειδή, όταν μια φράση προέρχεται από την Υπουργό Παιδείας μιας χώρας, αποκτά ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό μιας απλής πολιτικής τοποθέτησης.
Ας τα ξαναπούμε λοιπόν. Είμαι μία από εκείνες τις εκπαιδευτικούς που περιμένουν χρόνια στον κατάλογο διοριστέων. Δεν μπήκα σε αυτόν επειδή κάποιος μου υποσχέθηκε προνόμιο. Δεν ζήτησα να διοριστώ χαριστικά.
Δεν απαίτησα να παρακάμψω διαδικασίες. Ακολούθησα το σύστημα που υπήρχε. Το σύστημα που θέσπισε η Πολιτεία. Το σύστημα μέσα στο οποίο σπούδασα, εργάστηκα, περίμενα και προγραμμάτισα τη ζωή μου. Όταν το κράτος σου λέει ότι υπάρχει ένας δρόμος για να φτάσεις στον διορισμό, δεν μπορεί χρόνια αργότερα να σου λέει ότι φταις επειδή περπάτησες αυτόν ακριβώς τον δρόμο. Κι εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Δεν ζητήσαμε να επιλέξουμε το σύστημα. Το σύστημα μας επέλεξε.
Κυρία Υπουργέ,
εμείς δεν φτιάξαμε τον κατάλογο διοριστέων.
Δεν αποφασίσαμε ότι η Πολιτεία θα αξιολογεί την καταλληλότητά μας με τον συγκεκριμένο τρόπο. Δεν αποφασίσαμε πόσα χρόνια θα περιμέναμε. Δεν αποφασίσαμε πόσοι θα προηγούνταν από εμάς. Δεν αποφασίσαμε ότι η θέση μας στην εκπαιδευτική πραγματικότητα θα εξαρτάται από έναν κατάλογο που το ίδιο το κράτος δημιούργησε. Εμπιστευθήκαμε τους κανόνες του κράτους. Και όταν ένας πολίτης οργανώνει τη ζωή του στηριζόμενος σε ένα θεσμοθετημένο σύστημα, δημιουργείται ένα εύλογο ζήτημα προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του. Δεν είναι δυνατόν η Πολιτεία να ζητά από τον πολίτη να είναι συνεπής απέναντι στους νόμους και την ίδια στιγμή να θεωρεί ότι η ίδια δεν δεσμεύεται από τις συνέπειες των δικών της θεσμικών επιλογών.
Και τότε έρχεται ένα δεύτερο ερώτημα.
Σε ποια χώρα θεωρείται «προνόμιο» το γεγονός ότι ένας άνθρωπος περίμενε χρόνια επειδή αυτό του ζήτησε η ίδια η Πολιτεία; Ας δεχθούμε, κυρία Υπουργέ, ότι το πτυχίο από μόνο του δεν αρκεί για να αποδείξει ότι κάποιος είναι καλός εκπαιδευτικός. Συμφωνώ!
Αλλά τότε ας μιλήσουμε για αξιολόγηση. Για πραγματική αξιολόγηση. Για αξιοκρατία. Για διαδικασίες που μετρούν την επιστημονική επάρκεια, την παιδαγωγική ικανότητα, την εμπειρία, την προσφορά και την πραγματική παρουσία μέσα στην τάξη. Γιατί ένας εκπαιδευτικός που έχει περάσει χρόνια μέσα στο δημόσιο σχολείο δεν είναι πλέον απλώς ένα πτυχίο σε έναν φάκελο. Είναι άνθρωπος που μπήκε στην τάξη, που δίδαξε, που αντικατέστησε συναδέλφους, που στάθηκε απέναντι σε εφήβους με όλα τα προβλήματα, τις αγωνίες και τις ιδιαιτερότητές τους, που εργάστηκε σε ειδικά προγράμματα του Υπουργείου, που κάλυψε ανάγκες του δημόσιου σχολείου όταν το δημόσιο σχολείο τον χρειάστηκε. Και τότε, μετά από χρόνια πραγματικής υπηρεσίας, να ακούει ότι πρέπει να αποδείξει ξανά από την αρχή ότι αξίζει να βρίσκεται εκεί; Ποια ακριβώς αξιολόγηση της προηγούμενης υπηρεσίας του κράτους απέναντι στον εκπαιδευτικό είναι αυτή;
Και τώρα, κυρία Υπουργέ, ας αντιστρέψουμε το ερώτημα.
Σε ποια χώρα υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εργάζονται επί χρόνια ως αντικαταστάτες/συμβασιούχοι/αορίστου, καλύπτοντας πάγιες ανάγκες του δημόσιου σχολείου, αλλά παραμένουν διαρκώς σε καθεστώς προσωρινότητας;
Σε ποια χώρα ένας εκπαιδευτικός μπορεί να είναι αρκετά καλός για να του εμπιστεύεται η Πολιτεία τα παιδιά της, αλλά όχι αρκετά καλός για να του προσφέρει μια σταθερή εργασιακή προοπτική;
Σε ποια χώρα μπορείς να υπηρετείς επανειλημμένα το δημόσιο σχολείο και κάθε Σεπτέμβριο να ξαναρωτάς:
«Θα έχω δουλειά φέτος;» Σε ποια χώρα ένας εκπαιδευτικός μπορεί να διδάσκει, να αξιολογεί, να στηρίζει μαθητές, να συμμετέχει στη λειτουργία του σχολείου και την επόμενη ημέρα να θεωρείται ξανά ένας «υποψήφιος» που πρέπει να αποδείξει από την αρχή την αξία του; Και ακόμη…σε ποια χώρα το κράτος μπορεί να αξιοποιεί επί χρόνια την εργασία ενός ανθρώπου και ύστερα να αντιμετωπίζει την εργασιακή του διαδρομή σαν να μην υπήρξε ποτέ; Εδώ δεν μιλάμε μόνο για διορισμούς. Μιλάμε για εργασιακή αξιοπρέπεια. Μιλάμε για ασφάλεια δικαίου. Μιλάμε για την ανάγκη η δημόσια διοίκηση να λειτουργεί με συνέπεια, προβλεψιμότητα, αντικειμενικότητα και σεβασμό στις εύλογες προσδοκίες των πολιτών. Μιλάμε για τον άνθρωπο πίσω από τον αριθμό του καταλόγου.
Μα, ας μιλήσουμε για το «νέο σύστημα». Είναι εύκολο να λες ότι το παλιό σύστημα είναι αναχρονιστικό. Ίσως πράγματι χρειάζεται αλλαγή. Ίσως χρειάζεται ένα καλύτερο, δικαιότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα.
Αλλά η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τιμωρία εκείνων που εμπιστεύθηκαν το προηγούμενο σύστημα. Αν η Πολιτεία θεωρεί ότι το παλιό σύστημα ήταν λανθασμένο, τότε ας αναλάβει και το κόστος της δικής της θεσμικής επιλογής. Δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να πληρώσει μόνος του το τίμημα μιας αλλαγής που αποφασίζει η ίδια. Η αρχή της ισότητας δεν σημαίνει ότι αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους σαν να ξεκινούν σήμερα από μηδενική βάση. Η πραγματική ισότητα λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες, την πραγματική υπηρεσία, την εμπειρία και τις δικαιολογημένες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν υπό το προηγούμενο καθεστώς.
Και κυρίως, καμία μεταρρύθμιση δεν πρέπει να δημιουργεί μια νέα αδικία στο όνομα της διόρθωσης μιας παλιάς.
«Δεν πετούμε κόσμο που εργάστηκε έξω», είπατε.
Μακάρι! Αλλά η αναγνώριση της υπηρεσίας δεν μπορεί να είναι απλώς μια λογιστική καταχώριση. Δεν είναι αρκετό να πεις σε έναν άνθρωπο «Σου αναγνωρίζω ότι εργάστηκες».
Πρέπει να του δείξεις και τι σημαίνει αυτή η αναγνώριση στην πράξη. Γιατί αν κάποιος εργάστηκε επί χρόνια στο δημόσιο σχολείο, απέκτησε εμπειρία, αξιολογήθηκε καθημερινά στην πράξη και κάλυψε πραγματικές ανάγκες, τότε η υπηρεσία του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια υποσημείωση σε ένα νέο σύστημα. Η εμπειρία δεν είναι αριθμός. Είναι χρόνος ζωής. Είναι χρόνια μέσα στις αίθουσες. Είναι μαθητές που θυμάσαι. Είναι σχέσεις που δημιούργησες. Είναι ευθύνες που ανέλαβες. Είναι πρωινά που μπήκες στην τάξη ενώ δεν ήξερες αν θα ξαναμπείς την επόμενη χρονιά.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη, κυρία Υπουργέ. Εσείς ρωτήσατε «Σε ποια χώρα διορίζεσαι μόνο με την κατάθεση του πτυχίου σου;» Εγώ θα σας ρωτήσω:
Σε ποια χώρα η Πολιτεία θεωρεί έναν εκπαιδευτικό αρκετά ικανό για να διδάξει τα παιδιά της, αλλά ανεπαρκώς αποδεδειγμένο για να του αναγνωρίσει την επαγγελματική του διαδρομή; Σε ποια χώρα ο εκπαιδευτικός είναι «εξαιρετικός» όταν υπάρχει ανάγκη να καλυφθεί μια θέση και ξαφνικά πρέπει να αποδείξει ξανά την αξία του όταν έρθει η ώρα της μονιμότητας; Σε ποια χώρα ζητείται από ανθρώπους που έχουν ήδη υπηρετήσει το δημόσιο σχολείο να ξεχάσουν τα χρόνια που έδωσαν και να σταθούν ξανά στην αφετηρία; Σε ποια χώρα η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση γίνεται χωρίς να βρίσκεται στο επίκεντρό της ο άνθρωπος;
Δεν ζητώ χάρη. Και θέλω να το ξεκαθαρίσω. Δεν ζητώ να διοριστώ επειδή είμαι μητέρα.
Δεν ζητώ να διοριστώ επειδή περίμενα. Δεν ζητώ να διοριστώ επειδή δυσκολεύτηκα. Δεν ζητώ να διοριστώ επειδή εργάστηκα ως αντικαταστάτρια. Ζητώ να μη διαγραφεί η ιστορία μου από μια διοικητική απόφαση. Ζητώ ένα σύστημα που θα αναγνωρίζει την πραγματική αξία. Ζητώ αξιοκρατία που να μην είναι μόνο σύνθημα. Ζητώ αξιολόγηση που να είναι δίκαιη και ουσιαστική. Ζητώ μεταβατικές ρυθμίσεις που να προστατεύουν εκείνους που ήδη βρίσκονται μέσα στο σύστημα και όχι να τους αντιμετωπίζουν σαν να εμφανίστηκαν χθες. Ζητώ σεβασμό στην αρχή της ισότητας. Στην αρχή της αναλογικότητας. Στην ασφάλεια δικαίου. Στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Στην εργασιακή αξιοπρέπεια.
Στα δικαιώματα που απορρέουν από την πραγματική εργασία και όχι απλώς από την κατοχή ενός τίτλου.
Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.
Πίσω από τον αριθμό στον κατάλογο υπάρχει ένας/μια εκπαιδευτικός. Πίσω από μια θέση στον πίνακα υπάρχει ένας άνθρωπος που περίμενε. Πίσω από μια αντικατάσταση υπάρχει ένας άνθρωπος που σηκώθηκε το πρωί και πήγε στην τάξη. Πίσω από ένα ειδικό πρόγραμμα υπάρχει ένας άνθρωπος που εργάστηκε όταν το Υπουργείο τον χρειάστηκε. Και πίσω από κάθε «προσωρινό» εκπαιδευτικό υπάρχει μια ζωή που δεν είναι προσωρινή. Έχει ενοίκιο. Έχει παιδιά. Έχει οικογένεια. Έχει υποχρεώσεις. Έχει όνειρα. Έχει χρόνια που πέρασαν περιμένοντας. Και δεν μπορείς να του πεις απλώς:
«Το σύστημα άλλαξε».
Γιατί το σύστημα μπορεί να αλλάξει σε μία ημέρα.
Η ζωή του ανθρώπου δεν αλλάζει τόσο εύκολα.
Κυρία Υπουργέ,
αν πράγματι θέλετε ένα νέο, σύγχρονο και δίκαιο σύστημα διορισμού, ας το δημιουργήσουμε. Αλλά ας μην οικοδομηθεί πάνω στα συντρίμμια εκείνων που υπηρέτησαν το προηγούμενο.
Ας μη βαφτίσουμε «εκσυγχρονισμό» την ακύρωση της εμπιστοσύνης μιας ολόκληρης γενιάς εκπαιδευτικών. Ας μη χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «αξιοκρατία» για να ξεχάσουμε την εμπειρία. Ας μη μιλήσουμε για «δικαιοσύνη» δημιουργώντας μια νέα αδικία.
Και ας μην αναρωτιόμαστε μόνο
«Σε ποια χώρα διορίζεσαι μόνο με την κατάθεση του πτυχίου σου;» Ας κάνουμε και το δυσκολότερο ερώτημα:
Σε ποια χώρα αφήνεται ένας άνθρωπος να περιμένει χρόνια επειδή έτσι όρισε η Πολιτεία και, όταν έρθει η ώρα να αλλάξει το σύστημα, του ζητείται να πληρώσει εκείνος το τίμημα της αλλαγής;
Αυτό είναι το ερώτημα που περιμένει απάντηση.
Όχι μόνο από εσάς. Από την Πολιτεία. Από τη Βουλή. Από όλους εκείνους που αποφασίζουν για την Παιδεία.
Γιατί η Παιδεία δεν είναι μόνο οι μαθητές. Δεν είναι μόνο τα σχολεία. Δεν είναι μόνο οι αριθμοί των διορισμών. Είναι και οι άνθρωποι που κρατούν ανοιχτές τις πόρτες των σχολείων. Και κάποιοι από αυτούς περιμένουν χρόνια πίσω από αυτές τις πόρτες. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν. Αλλά επειδή περίμεναν να έρθει η σειρά τους μέσα σε ένα σύστημα που τους είπε να περιμένουν.
Και τώρα που η Πολιτεία αποφασίζει να αλλάξει τους κανόνες, έχουν κάθε δικαίωμα να ρωτούν «Κι εμείς;» Και αυτή τη φορά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι «Το σύστημα άλλαξε».
Γιατί πριν αλλάξει το σύστημα,
υπήρχαν άνθρωποι. Και η δικαιοσύνη μιας Πολιτείας κρίνεται τελικά όχι από το πόσο εύκολα αλλάζει τους κανόνες της, αλλά από το πόσο ανθρώπινα και δίκαια προστατεύει εκείνους που τους εμπιστεύθηκαν.
Athena Michaelidou



