
της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Σαν σήμερα, στις 16 Αυγούστου 1977, έσβησε στο Μέμφις μια από τις πιο εκρηκτικές παρουσίες που γνώρισε ποτέ η μουσική. Ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο άνθρωπος που έκανε τους γοφούς να κινούνται, τις κιθάρες να βρυχώνται και μια ολόκληρη γενιά να αμφισβητεί τους κανόνες, άφησε την τελευταία του πνοή στη Graceland, σε ηλικία μόλις 42 ετών.
Κι όμως, ο Έλβις δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.
Ο «Βασιλιάς του Ροκ εν Ρολ» εξακολουθεί να κατοικεί στις βελόνες των παλιών πικάπ, στις φωνές όσων τραγουδούν τα τραγούδια του, στις φωτογραφίες με τα αστραφτερά κοστούμια, στις ιστορίες μιας εποχής που άλλαξε για πάντα, αλλά, -κι αυτό είναι το μεγαλείο του μύθου του- και στις νέες γενιές που τον μαθαίνουν και τον αγαπούν μέσα από τα τραγούδια του και τις ταινίες και κείμενα γι αυτόν.
Ο Έλβις Ααρών Πρίσλεϊ γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στο Τιούπελο του Μισισίπι. Μεγάλωσε μέσα στους ήχους του γκόσπελ και, όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο Μέμφις το 1948, ο νεαρός Έλβις βρέθηκε στο σταυροδρόμι όπου συναντιούνταν τα μπλουζ, η τζαζ και η κάντρι. Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται το μουσικό κράμα που λίγο αργότερα θα έβαζε φωτιά στην Αμερική.
Ήταν ακόμη ένα παιδί που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο όταν η φωνή του έφτασε στα αυτιά του Σαμ Φίλιπς, του παραγωγού της Sun Records. Ο Φίλιπς αναζητούσε, όπως έχει μείνει στην ιστορία, «έναν λευκό με φωνή μαύρου». Και τον βρήκε.
Τον Ιούλιο του 1954, ο Έλβις μπήκε στο στούντιο και ηχογράφησε τα «That’s All Right Mama» και «Blue Moon of Kentucky». Ήταν σαν να άνοιγε μια πόρτα που κανείς δεν ήξερε ακόμη πού οδηγούσε. Οι ήχοι του ταξίδεψαν γρήγορα, οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη και, το 1955, η RCA Victor απέκτησε το συμβόλαιό του.
Ύστερα ήρθε το «Heartbreak Hotel».
Και μαζί του, ένας σεισμός.
Το τραγούδι ανέβηκε στην κορυφή και ο Έλβις μεταμορφώθηκε από ανερχόμενο τραγουδιστή σε πολιτιστικό φαινόμενο. Το «Don’t Be Cruel», το «Hound Dog», το «Love Me Tender», το «All Shook Up» και το «Jailhouse Rock» έγιναν ύμνοι μιας νεολαίας που διψούσε για κάτι διαφορετικό.
Δεν ήταν μόνο η φωνή του.
Ήταν το βλέμμα. Τα μαλλιά. Τα ρούχα. Το χαμόγελο. Και πάνω απ’ όλα, εκείνες οι κινήσεις των γοφών που έκαναν τους συντηρητικούς να σκανδαλίζονται και τα κορίτσια να παραληρούν. Τον βάφτισαν «Elvis the Pelvis», επειδή το σώμα του πάνω στη σκηνή έμοιαζε να έχει αποκτήσει τη δική του μουσική.
Κάθε εμφάνισή του ήταν ένα μικρό κοινωνικό γεγονός. Για κάποιους, απειλή. Για άλλους, απελευθέρωση. Για εκατομμύρια νέους, η απόδειξη πως ο κόσμος μπορούσε να είναι πιο τολμηρός από εκείνον που τους είχαν παραδώσει οι προηγούμενες γενιές.

Το 1956 έκανε και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το «Love Me Tender». Συνολικά θα πρωταγωνιστούσε σε 33 ταινίες, ενώ η εικόνα του θα γινόταν εξίσου αναγνωρίσιμη με τη φωνή του.
Ύστερα ήρθε η Γερμανία.
Από το 1958 έως το 1960, ο Βασιλιάς φόρεσε στρατιωτική στολή. Ήταν μια παράξενη παρένθεση στην πορεία ενός ανθρώπου που μέχρι τότε έμοιαζε ασταμάτητος. Εκεί γνώρισε την Πρισίλα, τη γυναίκα που αργότερα θα γινόταν σύζυγός του και μητέρα της κόρης του, Λίζα Μαρί.
Όταν επέστρεψε, ο Έλβις δεν ήταν ακριβώς ο ίδιος. Η εποχή είχε αλλάξει και μαζί της άλλαξε κι εκείνος. Το επαναστατικό αγόρι έγινε ένας πιο ώριμος, πιο γλυκός τραγουδιστής. Οι μπαλάντες πλήθυναν, οι κινηματογραφικές ταινίες έγιναν κεντρικό κομμάτι της καριέρας του και το κοινό του μεγάλωσε μαζί του.
Το 1968, όμως, κάτι ξύπνησε ξανά.
Η τηλεοπτική του εμφάνιση και οι συναυλίες που ακολούθησαν στο Λας Βέγκας έδειξαν πως πίσω από τον λαμπερό σταρ υπήρχε ακόμη εκείνος ο Έλβις που μπορούσε να ηλεκτρίσει μια αίθουσα. Η φωνή του είχε αποκτήσει βάθος. Η σκηνική του παρουσία ήταν πλέον λιγότερο αθώα, περισσότερο δραματική. Ο Βασιλιάς είχε γεράσει, αλλά δεν είχε χάσει το στέμμα του.
Κι όμως, πίσω από τα φώτα, το βασίλειο άρχισε να ραγίζει.
Το άγχος, τα προσωπικά προβλήματα, η φθορά του χρόνου και η εξάρτηση από ουσίες επιβάρυναν τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Η Graceland, το επιβλητικό σπίτι του στο Μέμφις, ήταν ένας χρυσός κόσμος που έκρυβε και τις σκιές του.
Και στις 16 Αυγούστου 1977, η μουσική σώπασε.
Ο Έλβις βρέθηκε νεκρός στη Graceland. Ήταν μόλις 42 ετών. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε φυσικά αίτια, όμως η πραγματική ιστορία πίσω από τις τελευταίες του ημέρες υπήρξε πολύ πιο σύνθετη. Είχε προλάβει, ωστόσο, να αφήσει πίσω του τραγούδια που μαρτυρούσαν έναν καλλιτέχνη σε διαφορετική, πιο ώριμη φάση: το «In the Ghetto», το «Suspicious Minds», το «Kentucky Rain».
Ο Έλβις έφυγε από τη ζωή, αλλά η ζωή του δεν σταμάτησε να παράγει μύθο.
Γύρω από το όνομά του δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία. Η μουσική του συνέχισε να πουλά, η εικόνα του έγινε σύμβολο και η Graceland μετατράπηκε σε τόπο προσκυνήματος για εκατομμύρια ανθρώπους από ολόκληρο τον κόσμο.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το παράξενο προνόμιο των πραγματικά μεγάλων καλλιτεχνών: να πεθαίνουν ως άνθρωποι και να συνεχίζουν να ζουν ως μύθοι.
Ο Έλβις υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς τραγουδιστές του 20ού αιώνα και ένας από τους εμπορικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της μουσικής. Πίσω όμως από τους αριθμούς, τις πωλήσεις, τις ταινίες και τα χρυσά ρεκόρ, μένει κάτι πολύ πιο δύσκολο να μετρηθεί.
Μια εποχή που άλλαξε.
Ένα σώμα που έγινε ρυθμός.
Μια φωνή που έγινε θρύλος.
Και ένας άντρας που, ακόμη και σχεδόν μισό αιώνα μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να τραγουδά μέσα στη συλλογική μνήμη.
Σαν σήμερα πέθανε ο Έλβις.
Αλλά ο Βασιλιάς, όπως συμβαίνει με όλους τους αληθινούς βασιλιάδες της μουσικής, δεν έφυγε ποτέ από τη σκηνή.






