Το Μέγα Σάββατο του Γκάτσου
Το Μέγα Σάββατο, του ΓκάτσουΌλα στερέψαν σιγά σιγά.Τα περιστέρια πετούν αργάσε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούςσε διψασμένους κήπους κι αγρούς. Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούςμε τους προφήτες και τους τρελούςστέκουν παράμερα τρία παιδιάσα γλαροπούλια στην αμμουδιά. Μες στων καιρών την ανημποριάδιώξε το γρέγο και το βοριάκαι ξαναγύρισε ήλιε στη γημε του θριάμβου σου την κραυγή.