
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
Μια οφειλόμενη απάντηση προς την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας
Τον περασμένο Απρίλιο ζήτησα, με επιστολή μου, από την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (ΕΔΔ) να μου εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους απέρριψε, χωρίς καμία αιτιολόγηση, την καταγγελία που είχα υποβάλει ενώπιόν της για την αντιδεοντολογική συμπεριφορά σε βάρος μου από τον γνωστό και μη εξαιρετέο δημοσιογράφο που επιτίθεται συστηματικά σε πολίτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απαράδεκτους και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.
Μετά από έξι και πλέον μήνες και έπειτα από επανειλημμένα μηνύματά μου, η Επιτροπή εδέησε επιτέλους, στις 5 Νοεμβρίου 2026, να μου δώσει μια εξόφθαλμα προσχηματική απάντηση, η οποία όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στο αίτημά μου, αλλά περιείχε ανακρίβειες. (Και μιλάμε για την Επιτροπή που ελέγχει αν οι δημοσιογράφοι τηρούν τους κανόνες δεοντολογίας!). Κι αυτό γιατί στην επιστολή της αναφέρεται ψευδώς ότι είχα ζητήσει επανεξέταση του παραπόνου μου, ενώ εκείνο που ζητούσα εξαρχής ήταν να μου γνωστοποιηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους αποφάσισε να μην το εξετάσει και να αιτιολογήσει την απόφασή της. Αντί να απαντήσει στο πραγματικό μου αίτημα, περιορίστηκε να με παραπέμψει σε μια γενικόλογη δημόσια ανακοίνωσή της που εξέδωσε την ίδια μέρα!
Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή επιχειρεί να οριοθετήσει τις αρμοδιότητές της επικαλούμενη, γενικά και αόριστα, την Ιδρυτική Πράξη και το Καταστατικό της, χωρίς να υποδεικνύει ούτε μία συγκεκριμένη διάταξη που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό της καταγγελίας μου από τον έλεγχό της ή να εξηγεί γιατί έκρινε ότι δεν είχε βάση για περαιτέρω εξέταση. Προφανώς γιατί δεν υπάρχει καμία ρητή διάταξη που να εμποδίζει την Επιτροπή να εξετάζει καταγγελίες που αφορούν προσβλητικές αναρτήσεις δημοσιογράφων στους προσωπικούς τους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τουναντίον, ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, που η Επιτροπή υποτίθεται ότι οφείλει να εφαρμόζει χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις, περιλαμβάνει ρητές διατάξεις που απαγορεύουν τις προσωπικές επιθέσεις, τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, τον χλευασμό και τον διασυρμό της τιμής και της υπόληψης προσώπων.
Η Επιτροπή αναφέρει στην ανακοίνωσή της ότι λειτουργεί στη βάση της αυτορρύθμισης. Αυτό, όμως, δεν της δίνει το δικαίωμα να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, να λαμβάνει αποφάσεις κατά το δοκούν και πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Η αυτορρύθμιση προϋποθέτει ανεξαρτησία, αμεροληψία, διαφάνεια και λογοδοσία, αρχές που δεν φαίνεται να διέπουν τη λειτουργία της Επιτροπής.
Επικαλείται, επίσης, την υποχρέωσή της να προασπίζεται την ελευθεροτυπία και την ελευθερία έκφρασης των δημοσιογράφων. Αυτή, όμως, δεν είναι η βασική της αποστολή. Αυτός είναι ο ρόλος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Η βασική αποστολή της Επιτροπής είναι να ελέγχει κατά πόσον τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι ασκούν το λειτούργημά τους με σεβασμό στους κανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας και στα δικαιώματα των πολιτών.
Εδώ ανακύπτει και ένα σοβαρό ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας και ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν ένα όργανο καλείται, αφενός, να προασπίζεται την ελευθερία έκφρασης των δημοσιογράφων και, αφετέρου, να εξετάζει καταγγελίες εναντίον τους, οφείλει να διασφαλίζει ότι ο ένας ρόλος δεν υπονομεύει τον άλλο. Διαφορετικά, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα κατά πόσον η αυτορρύθμιση λειτουργεί ως μηχανισμός ουσιαστικού ελέγχου ή καταλήγει να μετατρέπεται σε μηχανισμό (αυτό)κάλυψης δημοσιογράφων που παραβιάζουν συστηματικά τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Η Επιτροπή διακηρύσσει, στην ανακοίνωσή της, ότι είναι ανεξάρτητη από κάθε κρατική ή άλλη επίβλεψη ή παρέμβαση και ότι συμβάλλει στην αναβάθμιση των επιπέδων συμπεριφοράς των δημοσιογράφων.
Πρώτον, η ανεξαρτησία από κρατική ή άλλη παρέμβαση δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να λειτουργεί με αδιαφάνεια και χωρίς λογοδοσία. Η ανεξαρτησία υπάρχει για να μπορεί η Επιτροπή να ασκεί απερίσπαστα τον ρόλο της, όχι για να αποφεύγει να εξηγεί και να αιτιολογεί τις αποφάσεις της.
Δεύτερον, πώς ακριβώς η Επιτροπή συμβάλλει στην αναβάθμιση των επιπέδων συμπεριφοράς των δημοσιογράφων, όταν αρνείται να εξετάσει καταγγελίες για προσωπικές επιθέσεις, ύβρεις και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς από έναν συγκεκριμένο δημοσιογράφο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το να λέει ότι αυτή η συμπεριφορά δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της, θυμίζοντας τη γνωστή τηλεοπτική ατάκα «εγώ εν τζαι».
Η τελευταία παράγραφος της ανακοίνωσης της Επιτροπής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική ως προς την επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας και την πρακτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών που ακολουθεί κατά την εξέταση των καταγγελιών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αναφέρει ότι επιλαμβάνεται παραπόνων και καταγγελιών που αφορούν αποκλειστικά δημοσιογραφικό περιεχόμενο και πως δεν παρεμβαίνει σε «προσωπικές διαδικτυακές διαφορές ή και διενέξεις».
Δυστυχώς, όμως, για την ίδια, παλαιότερες αλλά και πρόσφατες αποφάσεις της διαψεύδουν κατηγορηματικά όσα ισχυρίζεται σήμερα, αποκαλύπτοντας τις κραυγαλέες αντιφάσεις της και εκθέτοντας την επιλεκτική και κατά το δοκούν ερμηνεία των αρμοδιοτήτων της.
Όχι μόνο έχει εξετάσει στο παρελθόν καταγγελίες για αντιδεοντολογική συμπεριφορά δημοσιογράφων που δεν αφορούσαν αποκλειστικά δημοσιογραφικό περιεχόμενο, αλλά έχει προχωρήσει και στην εξέταση αναρτήσεων δημοσιογράφων στους προσωπικούς τους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι τέτοιες συμπεριφορές εμπίπτουν στις αρμοδιότητες, χωρίς να τις βαφτίσει «προσωπικές διαδικτυακές διαφορές ή και διενέξεις». Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Η πρώτη περίπτωση είναι εκείνη του δημοσιογράφου Μαρίνου Νομικού. Στις 12 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή εξέτασε καταγγελία κατά του Μαρίνου για προσβλητικό σχόλιο σε βάρος άλλης δημοσιογράφου στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter.
Παρότι ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι επρόκειτο για χιούμορ, είχε διαγράψει το επίμαχο σχόλιο και είχε ζητήσει συγγνώμη, η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε την υπόθεση ως απλή «προσωπική διαδικτυακή διαφορά ή και διένεξη», ούτε θεώρησε ότι ο προσωπικός χαρακτήρας της ανάρτησης την έθετε εκτός του δεοντολογικού της ελέγχου. Αντιθέτως, έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα να εξετάσει την ανάρτηση, «καταδικάζοντας» τον Μαρίνο Νομικό για παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Τότε, η Επιτροπή είχε ξεκαθαρίσει ότι η αρμοδιότητά της αφορά την επαγγελματική συμπεριφορά των δημοσιογράφων «ανεξάρτητα από τον τρόπο και το μέσο εκδήλωσής της» και ότι οι κανόνες δεοντολογίας ισχύουν και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είχε, μάλιστα χαρακτηρίσει «αντιφατικό και υπονομευτικό του κύρους του δημοσιογραφικού λειτουργήματος» να απαιτείται από τους δημοσιογράφους να τηρούν τον Κώδικα στον χώρο εργασίας τους, αλλά να μπορούν να τον παραβιάζουν εκτός αυτού. Είχε, επίσης, διαχωρίσει σαφώς μια ιδιωτική αντιπαράθεση από μια δημόσια ανάρτηση που μπορεί να διαβαστεί από χιλιάδες ανθρώπους, τονίζοντας παράλληλα ότι η κριτική μεταξύ δημοσιογράφων πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην τιμή και την υπόληψή τους, χωρίς προσωπικές επιθέσεις και μειωτικούς χαρακτηρισμούς.
Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη πιο πρόσφατη. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, η Επιτροπή εξέτασε, κατ’ εξαίρεση, καταγγελίες για ανάρτηση του προέδρου της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου, στον προσωπικό του λογαριασμό στο «Χ». Ο Φράγκος επικαλέστηκε επίσης τον προσωπικό χαρακτήρα του λογαριασμού του και το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση η ΕΔΔ θεώρησε ότι ο προσωπικός και μη δημοσιογραφικός χαρακτήρας της ανάρτησης την έθετε αυτομάτως εκτός του δεοντολογικού της ελέγχου. Αντιθέτως, προχώρησε στην εξέταση των καταγγελιών και διαπίστωσε, κατά πλειοψηφία, παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Μάλιστα, στην ίδια απόφαση ξεκαθάρισε ότι «δεν απορρίπτει εκ προοιμίου την εξέταση παραπόνων απλώς και μόνο επειδή αφορούν σε προσωπικές σελίδες δημοσιογράφων σε κοινωνικά δίκτυα».
Η τρίτη περίπτωση είναι εκείνη του δημοσιογράφου Κυριάκου Πιερίδη. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, η Επιτροπή εξέτασε, επίσης κατ’ εξαίρεση, παράπονο για ανάρτηση του Πιερίδη στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, η οποία δεν αποτελούσε δημοσιογραφικό δημοσίευμα του ίδιου. Και σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε αναρμοδιότητα λόγω του προσωπικού και μη αμιγώς δημοσιογραφικού χαρακτήρα της ανάρτησης, ούτε αντιμετώπισε την υπόθεση ως απλή «προσωπική διαδικτυακή διαφορά ή και διένεξη». Αλλά προχώρησε κανονικά στην εξέταση του παραπόνου, σημειώνοντας ότι «Δεν υπάρχει επικρατούσα άποψη κατά πόσο επιβάλλεται ή δεν συνίσταται η εξέταση αναρτήσεων σε προσωπικές σελίδες δημοσιογράφων» και ότι «κάθε περίπτωση εξετάζεται χωριστά».
Η δεοντολογία, όμως, δεν είναι λάστιχο που τεντώνεται και μαζεύει ανάλογα με την περίπτωση. Ούτε η αρμοδιότητα της Επιτροπής μπορεί να διευρύνεται ή να περιορίζεται ανάλογα με την κάθε περίπτωση, χωρίς σαφή αιτιολόγηση και αντικειμενικά κριτήρια.
Ο δεοντολογικός έλεγχος της Επιτροπής και η αυτορρύθμιση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, για να έχουν έστω και τον ελάχιστο βαθμό εγκυρότητας και αξιοπιστίας, προϋποθέτουν σαφείς κανόνες, διαφάνεια, συνέπεια και ίση μεταχείριση όλων, χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις που αφήνουν περιθώρια για αυθαιρεσία και επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων, ανάλογα με το ποιος είναι ο καταγγέλλων και ποιος ο καταγγελλόμενος.
Υ.Γ. Το λυπηρό είναι ότι η Επιτροπή απαρτίζεται και από δημοσιογράφους (μάλιστα, η πρόεδρός της είναι δημοσιογράφος), οι οποίοι καθημερινά ελέγχουν την εξουσία και απαιτούν διαφάνεια, απαντήσεις και λογοδοσία μέσα από τη δουλειά τους. Όταν, όμως, οι ίδιοι αποκτούν εξουσία, έστω και στο πλαίσιο μιας Επιτροπής, αρνούνται να δώσουν απαντήσεις και εξηγήσεις για τις αποφάσεις τους και να λογοδοτήσουν για τους χειρισμούς τους, υιοθετώντας ουσιαστικά τις ίδιες πρακτικές αδιαφάνειας και έλλειψης λογοδοσίας για τις οποίες επικρίνουν όσους βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας. Κρίμα!



