Σαν σήμερα γεννήθηκε ο σπουδαίος Γιάννης Ρίτσος

Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε μια Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά — μια ημερομηνία που μοιάζει σχεδόν συμβολική για έναν άνθρωπο που έμελλε να ταυτίσει την ποίησή του με τον αγώνα, τη συλλογική μνήμη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από την πρώτη του ανάσα έως το τελευταίο του βλέμμα, στις 11 Νοεμβρίου 1990, ο Ρίτσος υπήρξε κάτι περισσότερο από ποιητής: υπήρξε μάρτυρας, αφηγητής και συνάμα δημιουργός της ιστορίας του τόπου του.

Η ζωή του ξεκινά μέσα σε μια οικογένεια με αντιφάσεις. Από τη μια, μια μητέρα καλλιεργημένη, τρυφερή, που του εμφύσησε την αγάπη για τις τέχνες. Από την άλλη, ένας πατέρας αυστηρός, βασιλόφρων, με μια ζωή γεμάτη σπατάλες και αστάθεια. Αυτές οι αντιθέσεις θα γίνουν αργότερα υλικό για την ποίησή του, μια ποίηση που ισορροπεί ανάμεσα στο φως και τη σκιά.

Τα παιδικά του χρόνια στη Μονεμβασιά είχαν τη γεύση της ανεμελιάς, αλλά και τον υπόγειο φόβο της απώλειας. Ο μικρός Γιάννης ζωγράφιζε, έπαιζε πιάνο και έγραφε στίχους ήδη από τα επτά του χρόνια. Κι όμως, η ζωή δεν άργησε να τον μυήσει στη σκληρότητα: οικονομική καταστροφή, αρρώστιες, θάνατοι. Μέσα σε λίγα χρόνια χάνει τον αδελφό και τη μητέρα του από φυματίωση. Η οικογένεια διαλύεται. Η παιδική ηλικία τελειώνει απότομα.

«Απ’ την πληγή μου κοίταξα του κόσμου την πληγή», θα γράψει αργότερα και σε αυτή τη φράση συνοψίζεται ολόκληρη η ποιητική του κοσμοθεωρία. Ο προσωπικός πόνος μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία.

Η Αθήνα των νεανικών του χρόνων δεν του προσφέρει σταθερότητα. Εγγράφεται στη Νομική, αλλά δεν φοιτά ποτέ. Αντίθετα, εργάζεται ως δακτυλογράφος, ηθοποιός, χορευτής. Η τέχνη τον κυνηγά από παντού. Όμως η φυματίωση τον βρίσκει και τον καθηλώνει στα σανατόρια, τόποι σιωπής, αλλά και βαθιάς ζύμωσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον μαρξισμό και την Αριστερά, ιδεολογίες που θα διαποτίσουν το έργο του.

Στο σανατόριο «Σωτηρία» γνωρίζει την Μαρία Πολυδούρη. Ανάμεσα στους δύο ποιητές γεννιέται μια σιωπηλή, βαθιά επικοινωνία, μια συντροφικότητα που μοιάζει με ανάσα μέσα στην ασθένεια. Εκείνος παίζει πιάνο, εκείνη κατεβαίνει να τον ακούσει. Η ποίηση γίνεται γέφυρα.

Από νωρίς, ο Ρίτσος δεν γράφει απλώς για τον εαυτό του. Στρατεύεται. Εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, συμμετέχει στην Αντίσταση, γνωρίζει διώξεις, εξορίες, βασανιστήρια. Λήμνος, Μακρόνησος, Άγιος Ευστράτιος, τόποι που δεν είναι απλώς γεωγραφικά σημεία, αλλά χαραγμένες πληγές στην ιστορία.

Κι όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννιούνται μερικά από τα πιο εμβληματικά έργα του.

Το 1936, μια φωτογραφία, μια μάνα σκυμμένη πάνω από τον νεκρό γιο της στη Θεσσαλονίκη, γίνεται η σπίθα. Ο Ρίτσος κλείνεται στη σοφίτα του και γράφει τον Επιτάφιο. Ένα μοιρολόι που ξεπερνά το προσωπικό και γίνεται σύμβολο συλλογικού πένθους και αντίστασης.

Αργότερα, η Ρωμιοσύνη θα υψώσει τη φωνή της Ιστορίας: «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό…»
Εδώ ο ποιητής δεν μιλά απλώς για ανθρώπους. Μιλά για έναν λαό που αρνείται να σκύψει.

Και ύστερα, η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ένα έργο εσωτερικό, σχεδόν θεατρικό, όπου η μοναξιά, το γήρας και η επιθυμία συναντιούνται σε έναν υπόγειο ψίθυρο. Για αυτό το έργο θα τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεθνή του αναγνώριση.

Η ποίηση του Ρίτσου δεν είναι μονοδιάστατη. Είναι ερωτική και πολιτική, λυρική και καταγγελτική, προσωπική και συλλογική. Είναι η ίδια η ιστορία του 20ού αιώνα αποτυπωμένη σε στίχους. Όπως εύστοχα ειπώθηκε, αν κάποιος ήθελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα μπορούσε να τη βρει μέσα στο έργο του.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ο Ρίτσος εξορίζεται ξανά. Γυάρος, Λέρος, Σάμος. Απομόνωση, ασθένεια, παρακολούθηση. Κι όμως, συνεχίζει να γράφει. Σε πέτρες, σε τσιγαρόχαρτα, σε ό,τι βρίσκει. Η δημιουργία για εκείνον δεν είναι επιλογή, είναι ανάγκη.

Ακόμη και όταν διαγιγνώσκεται με καρκίνο, δεν σταματά. Η ποίηση γίνεται τρόπος επιβίωσης. Τρόπος να κρατηθεί όρθιος.

Μετά τη μεταπολίτευση, η Ελλάδα -και ο κόσμος- τον ανακαλύπτουν εκ νέου. Τα έργα του μεταφράζονται, τιμώνται, τραγουδιούνται. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί τη «Ρωμιοσύνη» και τον «Επιτάφιο», δίνοντας στη φωνή του Ρίτσου μια νέα, λαϊκή διάσταση.

Ο ποιητής ταξιδεύει, βραβεύεται, αναγνωρίζεται. Ανάμεσα στις διακρίσεις του ξεχωρίζει το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη και τη Φιλία των Λαών. Κι όμως, παραμένει ο ίδιος: λιτός, αφοσιωμένος, σχεδόν ασκητικός.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύονται από απώλειες φίλων, από μια αίσθηση ερήμωσης. Αλλά ακόμη και τότε, συνεχίζει να γράφει. Μέχρι το τέλος.

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν υπήρξε ποτέ «εύκολος» ποιητής. Η ποίησή του απαιτεί. Σε καλεί να σταθείς απέναντί της, να την ακούσεις, να τη νιώσεις. Δεν χαρίζεται. Όπως δεν χαρίστηκε και η ζωή στον ίδιο.
Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του: ότι κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο σε λόγο, την απώλεια σε μνήμη, και την ιστορία σε ποίηση.

Γιατί ο Ρίτσος δεν έγραψε απλώς για την εποχή του. Την έζησε. Την πλήρωσε. Και την άφησε πίσω του, σε στίχους που ακόμη αναπνέουν και εμπνέουν!

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn

Leave a Comment

On Key

Related Posts

error: Content is protected !!