Ο ΠτΔ ανέπεμψε τον νόμο για τη φύλαξη – επίβλεψη των παιδιών της Δημοτικής

O Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης με επιστολή του στη Βουλή ενημερώνει την απόφασή του για αναπομπή του νόμου που ψήφισε η Ολομέλεια για τη φύλαξη των παιδιών από το ΥΠΑΝ. 

Η αναπομπή θα συζητηθεί σε συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας και Πολιτισμού την Πέμπτη, 16 Απριλίου 2026, στις 9.00 π.μ., και ακολούθως στην τελευταία Συνεδρία της Ολομέλειας.

Το Paideia-News παραθέτει αυτούσια την επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τη Βουλή με το σκεπτικό της αναπομπής

«Ασκώντας τις εξουσίες μου δυνάμει του Άρθρου 51.1 του Συντάγματος αναπέμπω στη Βουλή των Αντιπροσώπων για επανεξέταση τον «περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2026», ο οποίος ψηφίστηκε σε Νόμο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 26 Μαρτίου 2026 και κοινοποιήθηκε στο Γραφείο μου στις 31 Μαρτίου 2026, για να εκδοθεί με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 52 του Συντάγματος.

Σκοπός του υπό αναπομπή Νόμου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου με την προσθήκη του νέου άρθρου 114, ώστε την ευθύνη για την επίβλεψη και τη φύλαξη των μαθητών που βρίσκονται εντός του σχολείου, πριν την έναρξη του σχολικού ωραρίου καθώς και μετά τη λήξη του, να την έχει το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας.

Ειδικότερα το άρθρο 114 προβλέπει τα ακόλουθα:

«114. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας έχει την ευθύνη για τη φύλαξη και την επίβλεψη των μαθητών οι οποίοι –

(α) εισέρχονται για σκοπούς φοίτησης εντός του σχολείου πριν από την έναρξη του ωραρίου λειτουργίας του- και

(β) παραμένουν εντός του σχολείου μετά τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας του μέχρι την παραλαβή τους από τους γονείς/κηδεμόνες τους.».

Στο άρθρο 3 του υπό αναπομπή Νόμου προβλέπεται ότι ο εν λόγω Νόμος «τίθεται σε ισχύ από τη σχολική χρονιά 2026 — 2027.»

Τα θέματα της φοίτησης των μαθητών στα σχολεία Δημοτικής εκπαίδευσης, του ημερήσιου χρόνου λειτουργίας των σχολείων, καθώς και της επίβλεψης, φύλαξης των μαθητών κατά το χρόνο λειτουργίας των σχολείων Δημοτικής εκπαίδευσης είναι θέματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας και ρυθμίζονται ήδη μέσω των διατάξεων των περί Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης Κανονισμών (Κ.Δ.Π 168/2024, ως έχουν τροποποιηθεί) που εξέδωσε το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νόμου (Κεφ. 166, ως έχει τροποποιηθεί).

Το άρθρο 5(2) του περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νόμου, ο οποίος ενέπιπτε στις αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, επιτρέπει την έκδοση Κανονισμών για τη ρύθμιση, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων:

«(i) the duties and powers of school attendance officers, inspectors, assistant inspectors and sub-inspectors of schools;

(j) the duties and powers of teachers;»

Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει ότι, το άρθρο 114 καταστρατηγεί την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία απορρέει από το Σύνταγμα, καθότι η νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στην άσκηση των εξουσιών της εκτελεστικής εξουσίας.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την άσκηση του νομοθετικού της έργου δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε διοικητικής φύσεως εξουσία, η οποία έχει τεθεί υπό την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Όταν ένας νόμος εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής ενέργειας είναι αντισυνταγματικός καθότι θεωρείται ότι η νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στον τομέα των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας.

Το κατά πόσο μια νομοθετική ρύθμιση υπερβαίνει τα νομοθετικά όρια και παρεισφρύει στην αρμοδιότητα άλλης πολιτειακής εξουσίας κρίνεται στη βάση της φύσης και των εγγενών χαρακτηριστικών του υπό νομοθέτηση θέματος.

Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 4/2022, ημερομηνίας

24.1.2Ο22, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Η κατοχύρωση της διάκρισης των λειτουργιών του κράτους, αξιακή αρχή που διαχέει κάθε σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα, είναι θεμελιώδους σημασίας καθότι αφενός αποφεύγεται η συγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια ενός και μόνο οργάνου, στοιχείο που εγκυμονεί εν δυνάμει κινδύνους αυθαιρεσίας και, αφετέρου, παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε μια από τις κρατικές εξουσίες προς έλεγχο των υπολοίπων.»

Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 212017, ημερ. 5.2.2018, λέχθηκαν τα εξής:

«Έχοντας εξετάσει το αναφυέν ζήτημα, υπενθυμίζεται ότι η διάκριση των εξουσιών είναι όχι μόνο διάχυτη στο συνταγματικό στερέωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά έχει πλειστάκις αναγνωρισθεί και επιβεβαιωθεί ως η αναγκαία υποστήλωση αυτής τούτης της πολιτειακής λειτουργίας (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (2009) 3 Α.Α,Δ, 23 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 3/2014, ημερ. 31.10.2014). Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών απαγορεύει και αποκλείει την άσκηση ή την ανάληψη εξουσίας εκτός της σφαίρας της αντίστοιχης αρμοδιότητας εκάστης εκ των τριών πολιτειακών εξουσιών (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (1994) 3 Α.Α.Δ. 93).

Ενεργώντας, όμως, η κάθε εξουσία εντός των αρμοδιοτήτων της, έχει και ανάλογο εύρος κινήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επεμβαίνει αναρμοδίως ή υφαρπάζει εξουσίες που δεν της αναλογούν.».

Απόρροια του κενού που δημιουργήθηκε με την απόφαση αυτοδιάλυσης της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, ήταν η ίδρυση του Υπουργείου Παιδείας δυνάμει του περί της Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμου του 1965 (Νόμος 12 του 1965).

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 12 του 1965, οι νομοθετικές αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης μεταβιβάστηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων και η άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης εκχωρήθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας και το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι εξουσίες που μεταβιβάστηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων βάσει του άρθρου 3(2) έχουν αυστηρά νομοθετικό χαρακτήρα που αποκλείει την άσκηση οποιασδήποτε διοικητικής δικαιοδοσίας σε εκπαιδευτικά, μορφωτικά και διδακτικά θέματα που ανατίθενται στο Υπουργείο Παιδείας και στο Υπουργικό Συμβούλιο με βάση τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου.

Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (1992) 3 ΑΑΔ 458, σχετικά με την κατανομή των εξουσιών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

«1. Μετά την απόφαση της αυτοδιάλυσης της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης (βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ. 397 της 25ης Μαρτίου, 1965, Παράρτημα Τέταρτον, Μέρος ΙΙΙ, σελ. 7) — προς πλήρωση του κενού και με έρεισμα το δίκαιο της ανάγκης, η Βουλή των Αντιπροσώπων θέσπισε τον περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμο του 1965, (Αρ. 12/65), βάσει  του οποίου οι εξουσίες και αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, ανάλογα με τη φύση τους, κατανεμήθηκαν στη Νομοθετική Εξουσία, την Εκτελεστική Εξουσία και το Υπουργείο Παιδείας που συστάθηκε με το Νόμο αυτό. Η κατανομή αυτή των εξουσιών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης συνάδει με την αρχή του διαχωρισμού που διέπει την άσκηση των Κρατικών Λειτουργιών.

  1. ΟΙ νομοθετικές αρμοδιότητες της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης αναλήφθηκαν και ασκούνται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 61 του Συντάγματος.
  2. Η άσκηση εκτελεστικής λειτουργίας βρίσκεται έξω από τις αρμοδιότητες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας υπόκειται, εκτός αν υπάρχει ειδική πρόνοια στο Σύνταγμα, σε ρύθμιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.».

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων όταν νομοθετεί επί εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων οφείλει να τηρεί την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, περιοριζόμενη στη νομοθετική ρύθμιση τινός θέματος χωρίς να καταλήγει να ασκεί ανεπίτρεπτα εκτελεστική εξουσία.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την άσκηση του νομοθετικού της έργου δεν μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε διοικητικής φύσεως εξουσία, η οποία έχει τεθεί υπό την ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας και του Υπουργικού Συμβούλιου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Όταν ένας νόμος εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής ενέργειας, είναι αντισυνταγματικός καθότι θεωρείται ότι η νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στον τομέα των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας.

Ο καθορισμός του ημερήσιου χρόνου λειτουργίας των σχολείων Δημοτικής εκπαίδευσης, του χρόνου προσέλευσης των εκπαιδευτικών και των μαθητών σε αυτά, το θέμα της λήψης κατάλληλων μέτρων για την ασφαλή αποχώρηση των μαθητών από τα σχολεία και γενικότερα το θέμα της επίβλεψης και φύλαξης των παιδιών αλλά και του καθορισμού του χρονικού πλαισίου που υφίσταται η υποχρέωση αυτή αποτελούν διοικητικής φύσεως ρυθμίσεις, οι οποίες ως εκ της φύσεως και των χαρακτηριστικών τους εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας.

Με τον υπό αναπομπή Νόμο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε ρυθμίσεις που επεμβαίνουν στην άσκηση της εκτελεστικής και/ή διοικητικής εξουσίας. Ο υπό αναπομπή Νόμος εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και ως εκ τούτου καταστρατηγεί την συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών αλλά και το Άρθρο 87 του Συντάγματος, στο οποίο παρατίθενται τα θέματα που αποδίδονται στις Κοινοτικές Συνελεύσεις.

Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1) (2015) 3 ΑΑΔ 622 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο —

« Τα προαναφερόμενα θέματα είναι, κατά την κρίση μας, θέματα που ρυθμίζονται, κατά περίπτωση, από την Εκτελεστική Εξουσία/Διοίκηση, κατόπιν διαβούλευσης με επηρεαζόμενους φορείς και οργανώσεις που είναι γνώστες του αντικειμένου και όχι με Γενικό Νόμο, όπως στην προκείμενη περίπτωση θέσπισε η Βουλή. Ζητήματα όπως ο καθορισμός των επηρεαζομένων περιοχών, το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, τα ειδικά καταστήματα και το μέγεθος τους, κατά την κρίση μας, εμπίπτουν στην αποκλειστικήν αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Διοίκησης και όχι της Βουλής λόγω της ίδιας της φύσης των ρυθμιζομένων θεμάτων αλλά και της ακολουθητέας διαδικασίας η οποία, όπως υποδείξαμε, λεπτομερώς προνοείται στο Άρθρο 27 των Βασικών Νόμων. Δεν μας διαφεύγει ότι η εξουσία ρύθμισης των θεμάτων αυτών, με διατάγματα, δίδεται στην Εκτελεστική Εξουσία, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο των Βασικών Νόμων.

Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι ολόκληρος ο Νόμος, όπως θεσπίστηκε, σαφώς εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και, ως εκ τούτου, καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Δεν τίθεται, υπό τις περιστάσεις, ζήτημα διαχωρισμού των διατάξεων του Νόμου σε συνταγματικές και αντισυνταγματικές, δεδομένης της αλληλοσύνδεσής τους.».

Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει ότι, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε ρυθμίσεις που επεμβαίνουν στην άσκηση της εκτελεστικής καιΙή διοικητικής εξουσίας κατά τρόπο μάλιστα αντίθετο με τη θέληση και τις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας.

Παράλληλα, οι διατάξεις του υπό αναπομπή Νόμου είναι πρακτικά ανεφάρμοστες. Ο υπό αναπομπή Νόμος δημιουργεί ευθύνη στο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας για φύλαξη και επίβλεψη των παιδιών εντός του σχολείου, πριν και μετά τη λήξη των μαθημάτων και του ωραρίου λειτουργίας των σχολείων, χωρίς να καθορίζεται ο τρόπος που αυτό θα γίνει και αλλοιώνοντας τον ρόλο του, αφού στις αρμοδιότητες του Υπουργείου ανήκει η εκπαίδευση και η παιδαγωγική και συναισθηματική ασφάλεια των παιδιών και όχι η φύλαξη ή η επίβλεψή τους πριν ή μετά τη λήξη των μαθημάτων. Περαιτέρω, για να μπορούν να εργοδοτηθούν άτομα για φύλαξη παιδιών, θα πρέπει να προηγηθεί εκπαίδευσή τους και να είναι κατάλληλα καταρτισμένα. Σημειώνεται ότι δεν είναι σαφές το ωράριο του προσωπικού αυτού, αφού σε περίπτωση που θα πρέπει να εργοδοτηθούν άτομα για μία ώρα πριν και μία ώρα μετά τη λήξη των μαθημάτων, δεν θα υπάρξει ενδιαφέρον για εργοδότηση. Παρόμοιο πρόβλημα αντιμετωπίζει το Υπουργείο στην εξεύρεση προσωπικού για να εργάζεται ως φύλακες σχολείων ή ως συνοδοί σε λεωφορεία. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για εργασία για δύο ώρες τη μέρα και μάλιστα διακεκομμένα, ήτοι το πρωΐ και το μεσημέρι. Σε αντίθετη δε περίπτωση που η εργασία θα αφορά περισσότερες ώρες, το κόστος θα είναι απαγορευτικό, αφού αφορά 602 σχολεία τα οποία θα πρέπει να εργοδοτήσουν προσωπικό.

Περαιτέρω, ο υπό αναπομπή Νόμος δεν συνάδει ούτε με το Άρθρο 80 του Συντάγματος. Η θέσπιση των διατάξεων του υπό αναπομπή Νόμου δημιουργεί αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις προς το κράτος, όπως την πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού για την επίβλεψη των μαθητών εκτός του ωραρίου λειτουργίας των σχολείων, γεγονός που αυξάνει τις δαπάνες του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας και που δεν έχει προβλεφθεί στον Προυπολογισμό του Υπουργείου και στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο.

Η ψήφιση του υπό αναπομπή Νόμου, συνεπάγεται επιβάρυνση του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας και αύξηση των εξόδων του Προυπολογισμού, κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και κατ’ επέκταση και των διατάξεων του Άρθρου 179 του Συντάγματος.

Το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος προβλέπει ότι καμία πρόταση νόμου που συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται από τον Προυπολογισμό δεν δύναται να υποβληθεί από βουλευτή (Σχ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (2011) 3 Α.Α.Δ. 72, Αναφορές αρ. 2/18 και 3/18 Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 6.2.2019, Αναφορές 612021 και 712021 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 20.7.2022, Αναφορά 1/2023 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 27.6.2023).

Ο σκοπός του Συνταγματικού Νομοθέτη είναι η απόδοση αποκλειστικής εξουσίας για την ετοιμασία του Προυπολογισμού και τον καθορισμό των δαπανών του κράτους στην εκτελεστική εξουσία, αφού θα μπορούσε πρόταση Νόμου να επιβαρύνει και να αυξάνει τα έξοδα όλων των Προϋπολογισμών πέραν του τρέχοντος και ήδη εγκριθέντος, χωρίς τη συναίνεση της εκτελεστικής εξουσίας.

Οι πιο πάνω διατάξεις του υπό αναπομπή Νόμου, επιφέρουν αύξηση των κατά τα άλλα προβλεπόμενων δαπανών κατά τον τρόπο που έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, προσκρούουν στις διατάξεις του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικές καθώς και ασύμβατες με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον, η νομοθετική εξουσία επεμβαίνει στη διαμόρφωση του Προυπολογισμού του Κράτους, κάτι για το οποίο αποκλειστική ευθύνη έχει η εκτελεστική εξουσία.

Με βάση τα προαναφερθέντα, εισηγούμαι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μη εμμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την Αναπομπή.

Παρακαλείται η αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού, να ακούσει σχετικά με την παρούσα Αναπομπή τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και την Υπουργό Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας.

Νίκος Χριστοδουλίδης»

Κοιν.: Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Υπουργό Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας
Γραμματέα Υπουργικού Συμβουλίου

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn

Leave a Comment

On Key

Related Posts

Τελεσίγραφο κτηνοτρόφων στον Πρόεδρο – «Προσέγγισαν παιδιά κτηνοτρόφων για να μπουν στη διακίνηση ναρκωτικών, για να τα βγάλουν πέρα» (ηχητικό)

Στους δρόμους της Λάρνακας σήμερα με αιτήματα την παύση των θανατώσεων και άμεση παρέμβαση από την κυβέρνηση Τελεσίγραφο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δίνουν οι κτηνοτρόφοι,

error: Content is protected !!