Γράφει η εκπαιδευτικός Νικόλ Ελευθερίου
ΜΑΣ ΕΚΟΨΑΝ ΤΟΝ ΛΑΙΜΟ. ΟΧΙ ΤΗ ΦΩΝΗ.
“Πρώτος πρέπει να πεθάνει ο Αντίνοος.” Όχι ο άνθρωπος. Η αντί-νόηση. Η λογική που θολώνει τη σκέψη, που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, που σε κάνει να αμφιβάλλεις ακόμη και για το ίδιο σου το δίκιο. Εκείνη που σε πείθει πως πρέπει να αποδείξεις ξανά ότι αξίζεις, ενώ υπηρετείς ήδη. Εκείνη που μετατρέπει την αξιοπρέπεια σε αίτηση και την προσφορά σε διαρκή απολογία.
Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους όλων των συναδέλφων μου. Κανείς δεν γνωρίζει τις μάχες που δίνει ο άλλος. Μπορώ, όμως, να μιλήσω για τις δικές μου. Και ξέρω πως μέσα σε αυτές θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους χιλιάδες εκπαιδευτικοί.
Σπουδάσαμε. Αποκτήσαμε πτυχία από δημόσια πανεπιστήμια, δεύτερα πτυχία, μεταπτυχιακά, κάποιοι διδακτορικά, άλλοι τα ξεκινήσαμε τώρα. Επενδύσαμε χρόνια ζωής, χρήματα, κόπο, οικογενειακές στερήσεις. Μας έλεγαν διαρκώς να αποκτούμε περισσότερα προσόντα. Τα αποκτήσαμε. Σήμερα, όμως, πολλές φορές μοιάζει σαν τα πτυχία μας να τα καμαρώνει μόνο το μασίφ ξύλο ενός συρταριού. Γιατί εκεί όπου θα έπρεπε να μετρούν περισσότερο, συχνά μοιάζουν να βαραίνουν λιγότερο από άλλα, άτυπα «προσόντα».
Και ύστερα ήρθε η αναμονή.
Όχι ένας χρόνος. Όχι δύο. Για πολλούς από εμάς, δεκαετίες.
Ο Κατάλογος Διοριστέων δεν ήταν μια προσωπική επιλογή. Ήταν ο δρόμος που το ίδιο το Κράτος/Υπουργείο/Αρμόδια Αρχή/ΕΕΥ μας υπέδειξε. Μας είπε να περιμένουμε. Περιμέναμε. Χτίσαμε τη ζωή μας πάνω σε αυτή την προσδοκία. Αναβάλαμε σχέδια, οικογένειες, οικονομικές αποφάσεις. Μείναμε εκεί, πιστεύοντας ότι κάποτε θα έρθει και η δική μας σειρά.
Και όταν, ύστερα από τόσα χρόνια, αρχίσαμε να πλησιάζουμε στο όριο που το ίδιο το Κράτος/Υπουργείο/Αρμόδια Αρχή/ΕΕΥ είχε θέσει, ώστε να μπορούμε να διεκδικήσουμε μια σύμβαση, πριν από την κατάργηση του καταλόγου, οι κανόνες άλλαξαν. Ο κατάλογος άνοιξε ξανά για όλους, ασχέτως αριθμού. Σαν να έχεις διανύσει έναν μαραθώνιο και, λίγα μέτρα πριν από τον τερματισμό, να ανακοινώνεται ότι ο αγώνας αρχίζει από την αρχή για όλους. Δεν είναι ο ανταγωνισμός που μας φοβίζει. Είναι η αίσθηση ότι οι κανόνες αλλάζουν ενώ ο αγώνας βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Αυτό δεν λέγεται ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ.
Λέγεται ΑΝΑΤΡΟΠΗ των ΚΑΝΟΝΩΝ ενώ ο αγώνας βρίσκεται σε εξέλιξη.
Από το 2022 μέχρι και την τελευταία ημέρα του Ιουνίου του 2026 κατάφερα να συγκεντρώσω — ακούγεται σχεδόν ειρωνικό — μία εκπαιδευτική μονάδα.
Μία. Όχι επειδή δεν εργαζόμουν. Εργαζόμουν.
Όχι επειδή δεν υπήρχαν ανάγκες. Υπήρχαν. Αλλά επειδή το ίδιο το σύστημα φρόντιζε πολλές φορές να μη λογίζεται ολόκληρη η εργασία μου.
Με σταματούσαν στις 24 Μαρτίου, γιατί στις 25 ήταν δημόσια αργία, και με επαναπροσλάμβαναν στις 26. Στο ίδιο σχολείο. Στην ίδια τάξη. Με τους ίδιους μαθητές. Εκείνη η μία ημέρα δεν πληρωνόταν και δεν μετρούσε ούτε ως προϋπηρεσία. Κι όμως, εκείνη την ημέρα δεν έπαυα να είμαι εκπαιδευτικός. Άλλοτε (περίπου 2 σχολικές χρονιές) μετρούσε τα 2/3 λόγω ωρών. Άλλη μια αδικία αφού πλέον όσες ώρες έχεις μετριούνται για 24. Τα 2 χρόνια που δεν μέτρησαν σε εμάς…χαμένα. Από το 2022 ήμουν αρκετά ικανή για να μου εμπιστευτούν μια τάξη παιδιών. Ήμουν αρκετά ικανή για να προετοιμάσω μαθητές για τις Παγκύπριες Εξετάσεις. Να έχω υπευθυνότητα τμήματος.
Να συμμετέχω σε σχολικές γιορτές. Να συνοδεύω εκδρομές. Να οργανώνω δράσεις. Να ετοιμάζω εκπαιδευτικό υλικό. Να γνωρίζω τα σχέδια εκκένωσης κάθε σχολείου στο οποίο υπηρετούσα. Να εφαρμόζω όλα τα πρωτόκολλα. Να μετακινούμαι από σχολείο σε σχολείο, από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, προσαρμοζόμενη κάθε φορά σαν να ανήκα εκεί από πάντα.
Ήμουν αρκετά ικανή για όλα αυτά.
Από το 2027, όμως, θα πρέπει να πληρώσω για να εξεταστώ στο ίδιο αντικείμενο που ήδη διδάσκω, ώστε να μου επιτραπεί να συνεχίσω να το διδάσκω, απλά υπό διαφορετικό καθεστώς και μισθό.
Δεν είναι το οικονομικό κόστος που με πληγώνει περισσότερο.
Είναι το ηθικό.
Πριν από λίγες ημέρες συζητούσα με έναν αγαπημένο φίλο και συνάδελφο, ο οποίος υπηρέτησε επί χρόνια τον ελληνικό παραδοσιακό χορό. Μου είπε μια φράση “Δεν θα πλήρωνα ποτέ εισιτήριο για να δω παράσταση στον χώρο όπου δίδασκα τόσα χρόνια. Θα το θεωρούσα προσβολή προς την ίδια μου την προσφορά.”
Αυτό ακριβώς νιώθω.
Να πληρώσω για να εξεταστώ σε αυτό που ήδη υπηρετώ. Να πληρώσω για να αποδείξω ότι γνωρίζω αυτό που ήδη διδάσκω καθημερινά. Να πληρώσω για να μου επιτρέψουν να συνεχίσω να κάνω αυτό που ήδη κάνω.
Κάπου εκεί, η αξιοπρέπεια αρχίζει να πληγώνεται.
Και ας μιλήσουμε για την καθημερινότητα ενός αντικαταστάτη. Για το κινητό που μένει ανοιχτό όλη νύχτα, γιατί μπορεί να χτυπήσει στις έξι το πρωί. Για τον καφέ που μένει μισός. Για το GPS που γίνεται μόνιμος συνοδηγός. Για τα φυλλάδια που τρέχεις να ετοιμάσεις κάθε φορά σε διαφορετικό αντικείμενο και τάξη. Για το παιδί που σε ρωτά: “Μαμά, σήμερα σε ποιο σχολείο θα πας;” κι εσύ δεν ξέρεις ακόμη την απάντηση.
Για τις τρεις συνολικά ημέρες άδειας που δικαιούσαι, λες και οι αντικαταστάτες δεν αρρωσταίνουν ποτέ. Λες και τα παιδιά τους δεν αρρωσταίνουν. Λες και δεν αρρωσταίνουν/πεθαίνουν συγγενείς, δεν υπάρχουν έκτακτες ανάγκες, δεν υπάρχει ζωή έξω από το σχολείο. Για το πρωινό άγχος, όταν πρέπει να αφήσεις τα δικά σου παιδιά κάπου ασφαλή, να οδηγήσεις δεκάδες χιλιόμετρα και να βρίσκεσαι στην τάξη στις 7:30, ενώ η κοινωνία θεωρεί αυτονόητο ότι θα τα καταφέρεις. Όχι επειδή είσαι υπερήρωας, αλλά επειδή δεν σου επιτρέπεται να μην τα καταφέρεις. Για εκείνες τις στιγμές που βλέπεις έναν μαθητή σου να βραβεύεται για μια δουλειά που κάνατε μαζί επί μήνες, κι όμως στη σκηνή να στέκεται κάποιος άλλος. Επειδή εσύ ήσουν “η αντικαταστάτρια”.
Δεν εκπροσωπείς το σχολείο.
Εκπροσωπείς μόνο το κενό που κάλυψες. Σαν να μην υπήρξες ποτέ. Σαν η προσφορά να έχει ημερομηνία λήξης.
Η εργασία, όμως, δεν είναι μόνο μισθός, είναι αξιοπρέπεια, ασφάλεια, η δυνατότητα να προγραμματίσεις τη ζωή σου.
Το άρθρο 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εργασία. Το άρθρο 23 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να εργάζεται υπό δίκαιες και ευνοϊκές συνθήκες. Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης προστατεύει την εργασία και προάγει την επαγγελματική ασφάλεια. Παράλληλα, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη διοίκηση αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διοικητικού δικαίου, όταν το κράτος διαμορφώνει επί χρόνια συγκεκριμένες προσδοκίες, οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις συνέπειες που έχει η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων για όσους οργάνωσαν τη ζωή τους με βάση αυτούς.Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει τον καλύτερο εαυτό του όταν ζει σε μόνιμη ανασφάλεια.
Η παιδεία δεν μπορεί να στηρίζεται στην επισφάλεια.
Δεν ζητώ προνόμια.
Δεν ζητώ εξαιρέσεις.
Ζητώ συνέπεια.
Ζητώ σεβασμό.
Ζητώ να μη θεωρείται αναλώσιμος ο άνθρωπος που κρατά καθημερινά όρθια την τάξη.
Και απευθύνομαι πλέον και στις εκπαιδευτικές οργανώσεις.
Αρκετά με τις ανακοινώσεις.
Αρκετά με τις δηλώσεις.
Τα ηχηρά λόγια οφείλουν να γίνουν ηχηρές πράξεις.
Αν μπορείτε, σταθείτε στην πρώτη γραμμή.
Αν δεν μπορείτε, πείτε το με ειλικρίνεια. Η ευθιξία είναι κι αυτή μορφή ευθύνης.Ήρθε η ώρα της πράξης. Αν πιστεύετε ότι μπορείτε να υπερασπιστείτε τους ανθρώπους που εκπροσωπείτε, βγείτε μπροστά. Δεν είναι ντροπή να πεις “δεν μπορώ”. Ντροπή είναι να αφήνεις χιλιάδες ανθρώπους να περιμένουν σιωπηλοί.
Και τέλος, ένα ερώτημα που κανείς δεν φαίνεται να θέλει να απαντήσει.
Τι θα συμβεί αν τον Σεπτέμβριο οι αντικαταστάτες, οι συμβασιούχοι και οι αορίστου χρόνου δεν παρουσιαστούν στα σχολεία τους;
Ποιος θα ανοίξει τις αίθουσες;
Ποιος θα καλύψει τα κενά;
Ποιος θα κρατήσει όρθιο το δημόσιο σχολείο;
Ίσως τότε καταλάβουμε όλοι ότι ο “προσωρινός” εκπαιδευτικός δεν ήταν ποτέ πραγματικά προσωρινός.
Ήταν ο αόρατος άνθρωπος που κρατούσε το οικοδόμημα όρθιο.
Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας δεν ορμά αμέσως. Παρατηρεί, υπομένει, σχεδιάζει. Δεν τον ενδιαφέρει η στείρα αντιπαράθεση. Τον ενδιαφέρει να πάρει πίσω τον κόσμο του. Και όταν έρχεται η ώρα, σημαδεύει πρώτα τον Αντίνοο, όχι μόνο ως πρόσωπο, αλλά ως σύμβολο της ύβρεως, της αλαζονείας και της διαστρέβλωσης της λογικής.
Ίσως κι εμείς σήμερα να μην έχουμε ανάγκη από περισσότερες φωνές. Έχουμε ανάγκη από περισσότερη νόηση. Περισσότερη ενότητα. Περισσότερο θάρρος.
Γιατί όταν ένας εκπαιδευτικός παύει να αισθάνεται ότι τον σέβεται η ίδια η Πολιτεία που υπηρετεί, τότε δεν πληγώνεται μόνο ένας εργαζόμενος.
Πληγώνεται η ίδια η Παιδεία.
Και αν αυτή είναι η προσωπική μου διαδρομή, ως φιλόλογος γνωρίζω καλά ότι δεν ήταν μόνο δική μου. Η ειδικότητα των φιλολόγων συγκαταλέγεται σε εκείνες που τα τελευταία χρόνια βίωσαν ιδιαίτερα έντονα τις συνέπειες της μείωσης των συμβάσεων και των περιορισμένων αναγκών, όπως και φέτος. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, δεν υπάρχουν “ειδικότητες”. Υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν οικογένειες. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που έμειναν εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο, λιγότερες συμβάσεις σημαίνουν λιγότερη προϋπηρεσία, λιγότερη προϋπηρεσία σημαίνει μικρότερες πιθανότητες για σύμβαση. Ένας κύκλος που αναπαράγει την αβεβαιότητα και μετατρέπει την αναμονή σε τρόπο ζωής.
Για εμάς τους φιλολόγους, η ειρωνεία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Διδάσκουμε στους μαθητές μας τον Όμηρο, τον Σοφοκλή, τον Θουκυδίδη, τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Τους μιλάμε για τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία, την ευθύνη του πολίτη απέναντι στην πόλη, για την αξία του λόγου και της δημοκρατίας. Τους ζητούμε να πιστεύουν στους θεσμούς και να αγωνίζονται με ήθος. Και ύστερα επιστρέφουμε στα σπίτια μας αναρωτώμενοι αν οι ίδιες αυτές αρχές εφαρμόζονται και στη δική μας επαγγελματική ζωή.
Αν υπάρχει ένας κλάδος που νιώθει αυτή την πίεση ακόμη πιο έντονα στο νέο σύστημα διορισμών, αυτός είναι ο κλάδος των φιλολόγων. Δεν αμφισβητούμε την αξία της αξιολόγησης. Η εκπαίδευση χρειάζεται υψηλά ακαδημαϊκά και παιδαγωγικά κριτήρια. Όμως η αξιολόγηση οφείλει να είναι δίκαιη, αναλογική και να λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα του κάθε γνωστικού αντικειμένου.
Ο φιλόλογος δεν εξετάζεται σε ένα μόνο αντικείμενο. Καλείται να αποδείξει επάρκεια στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και Γλώσσα, στη Νέα Ελληνική Γλώσσα, στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, στα Λατινικά, στην Ιστορία, κτλ, αλλά και σε παιδαγωγικά ζητήματα. Πρόκειται για ένα τεράστιο γνωστικό εύρος, που δύσκολα συγκρίνεται με την έκταση πολλών άλλων ειδικοτήτων.
Και όμως, πολλές φορές αυτά τα αντικείμενα συμπυκνώνονται μέσα σε ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, ακόμη και την ίδια ημέρα της εξεταστικής διαδικασίας. Δεν δοκιμάζεται μόνο η επιστημονική γνώση. Δοκιμάζεται η σωματική και ψυχική αντοχή του υποψηφίου, η ικανότητά του να μεταβαίνει μέσα σε λίγα λεπτά από τον Θουκυδίδη στη Νέα Ελληνική Γλώσσα, από τον Σολωμό στα Λατινικά, από την ανάλυση ενός αρχαίου κειμένου στην παραγωγή επιστημονικού λόγου.
Και το ερώτημα παραμένει εύλογο…μπορεί μια τόσο συμπιεσμένη διαδικασία να αποτυπώσει με ακρίβεια την πραγματική αξία ενός εκπαιδευτικού που έχει ήδη διδάξει επί χρόνια μέσα στις σχολικές αίθουσες; Ή μήπως αξιολογεί περισσότερο την επίδοση μιας συγκεκριμένης ημέρας παρά την ουσιαστική παιδαγωγική και επιστημονική επάρκεια;
Δεν θα έλεγα ότι φοβάμαι την αξιολόγηση. Κανένας εκπαιδευτικός που αγαπά την επιστήμη του δεν φοβάται να αξιολογηθεί. Εκείνο που με πληγώνει είναι ότι η Πολιτεία μου ζήτησε επί χρόνια να διδάσκω αυτά τα αντικείμενα, με έκρινε καθημερινά μέσα στην τάξη από μαθητές, γονείς, διευθύνσεις και επιθεωρητές, και σήμερα μου ζητά να πληρώσω για να αποδείξω από την αρχή ότι γνωρίζω αυτό που ήδη υπηρετώ. Δεν είναι η εξέταση που με φοβίζει. Είναι το μήνυμα που εκπέμπει, ότι η πολυετής προσφορά μπορεί, από τη μια στιγμή στην άλλη, να θεωρηθεί ανεπαρκής.
Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την απογοήτευση, υπάρχει κάτι που δεν κατάφερε ποτέ κανείς να μας στερήσει. Το βλέμμα ενός μαθητή που σε χαιρετά χρόνια μετά και σε αποκαλεί ακόμη “κυρία” ή “κύριε” με την ίδια αγάπη. Το μήνυμα που φτάνει απρόσμενα ένα βράδυ “Σας ευχαριστώ που πιστέψατε σε μένα όταν ούτε εγώ ο ίδιος πίστευα στον εαυτό μου”. Η αγκαλιά στο τέλος μιας σχολικής χρονιάς. Τα γέλια μέσα στην τάξη. Οι εκδρομές. Οι σχολικές γιορτές. Οι αγωνίες πριν από τις Παγκύπριες. Οι μικρές νίκες που δεν γράφτηκαν ποτέ σε κανένα υπηρεσιακό σημείωμα, αλλά χαράχτηκαν για πάντα στις ψυχές μας.
Αυτή είναι η πραγματική μας προϋπηρεσία. Όχι οι μονάδες. Όχι οι πίνακες. Όχι οι κατάλογοι. Οι άνθρωποι!
Αυτοί είναι η κινητήρια δύναμή μας. Αυτοί είναι ο λόγος που, κάθε φορά που νιώθουμε πως δεν αντέχουμε άλλο, ξανασηκωνόμαστε.
Δεν αγαπήσαμε την εκπαίδευση επειδή υποσχόταν βεβαιότητες. Την αγαπήσαμε γιατί πιστέψαμε ότι μπορεί να αλλάξει ζωές.
Και γι’ αυτό ακριβώς πονάμε όταν βλέπουμε να απαξιώνεται εκείνος που καλείται καθημερινά να κρατήσει ζωντανή αυτή την αποστολή.
Ο Καβάφης έγραψε πως κάποτε μια κοινωνία συνειδητοποίησε ότι οι “βάρβαροι” δεν θα έρθουν τελικά. Και τότε γεννήθηκε το μεγάλο ερώτημα “Και τώρα τι θα γένουμε;” Ίσως κι εμείς έχουμε φτάσει σε εκείνη τη στιγμή. Ίσως ήρθε η ώρα να πάψουμε να περιμένουμε ότι κάποιος άλλος θα λύσει τα προβλήματά μας. Να πάψουμε να αναζητούμε τον “από μηχανής θεό”, τον σωτήρα, τον βολικό υπαίτιο ή την επόμενη υπόσχεση. Η ευθύνη ανήκει πλέον σε όλους μας.
Στην Πολιτεία, που οφείλει να εμπνέει εμπιστοσύνη και δικαιοσύνη.
Στις εκπαιδευτικές οργανώσεις, που οφείλουν να μετατρέψουν τον λόγο σε πράξη.
Και σε εμάς τους ίδιους, που δεν έχουμε πια το δικαίωμα να σιωπούμε όταν θίγεται η αξιοπρέπειά μας.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν διεκδικούμε μόνο καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Διεκδικούμε το δικαίωμα να συνεχίσουμε να στεκόμαστε απέναντι στους μαθητές μας με το κεφάλι ψηλά.
Γιατί εκείνοι μας έμαθαν, ίσως περισσότερο από όσο τους διδάξαμε εμείς, ότι η πραγματική παιδεία δεν αρχίζει από τα βιβλία. Αρχίζει από την αξιοπρέπεια.



