Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Η συζήτηση που έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται γύρω από την επόμενη Προεδρία της Βουλής δεν αφορά μόνο ένα κορυφαίο θεσμικό αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, αποτελεί μια πρώτη σοβαρή πολιτική δοκιμασία για τις ισορροπίες, τις συμμαχίες και τις στρατηγικές που ενδέχεται να διαμορφώσουν το σκηνικό των προεδρικών εκλογών του 2028.
Η πρόθεση του ΔΗΣΥ να διεκδικήσει εκ νέου την Προεδρία της Βουλής και η επιθυμία της Αννίτας Δημητρίου να παραμείνει στο αξίωμα ανοίγουν έναν ευρύτερο πολιτικό διάλογο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα συγκεντρωθούν οι απαραίτητες ψήφοι, (συγκεντρώνονται άνερα μόνο με την στήριξη του ΔΗΚΟ), αλλά κυρίως ποιοι θα είναι οι πολιτικοί εταίροι που θα στηρίξουν μια τέτοια υποψηφιότητα και τι μηνύματα θα εκπέμψουν προς την κοινωνία.
Η εκλογή Προέδρου της Βουλής υπήρξε διαχρονικά μια διαδικασία που ξεπερνούσε τα στενά όρια της κοινοβουλευτικής αριθμητικής. Οι συμφωνίες, οι συνεννοήσεις και οι πολιτικές συγκλίσεις που απαιτούνται για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας λειτουργούν συχνά ως πρόβα geneale για μελλοντικές συνεργασίες. Αυτό συνέβη και στο παρελθόν, όταν οι συμμαχίες που διαμορφώθηκαν εντός του κοινοβουλίου αποτέλεσαν προάγγελο ευρύτερων πολιτικών συνεννοήσεων και συνεργασιών.
Γι’ αυτό και η μάχη για την Προεδρία της Βουλής δεν θα πρέπει να αναλυθεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του προσώπου που θα την καταλάβει. Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει να εξεταστεί ποιοι πολιτικοί χώροι θα βρεθούν στην ίδια πλευρά της ψηφοφορίας, ποια κόμματα θα επιλέξουν τη συνεργασία και ποια θα επιδιώξουν να διατηρήσουν αποστάσεις, ενόψει του 2028.
Ταυτόχρονα, η διαδικασία αυτή προσφέρει μια ευκαιρία για έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα πολιτικά κόμματα. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, οι θεσμοί οφείλουν να υπερισχύουν των προσώπων. Οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να οικοδομούν τη στρατηγική τους γύρω από τη διατήρηση ή την ανάδειξη συγκεκριμένων προσωπικοτήτων, όσο δημοφιλείς ή επιτυχημένες κι αν θεωρούνται. Η υγιής πολιτική λειτουργία προϋποθέτει συλλογικότητα, παραγωγή πολιτικής και διαρκή ανανέωση ιδεών.
Η υπερβολική ταύτιση ενός θεσμού με ένα πρόσωπο ενέχει κινδύνους. Δημιουργεί την εντύπωση ότι η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πολιτικού χώρου εξαρτάται από συγκεκριμένους ανθρώπους και όχι από τις πολιτικές που προτείνει και εφαρμόζει. Η κυπριακή πολιτική ζωή έχει αρκετές φορές στο παρελθόν πληρώσει το τίμημα τέτοιων λογικών και ίσως η σημερινή συγκυρία να αποτελεί μια καλή αφορμή για επιστροφή σε πιο θεσμικές και λιγότερο προσωποκεντρικές προσεγγίσεις.
Όπως απέδειξε η μεταπολεμική ευρωπαϊκή εμπειρία, τα κόμματα που επιβίωσαν και διατήρησαν τον ρόλο τους δεν ήταν εκείνα που στηρίχθηκαν αποκλειστικά στη δημοφιλία ενός ηγέτη, αλλά εκείνα που οικοδόμησαν ισχυρούς θεσμούς, εσωκομματικές διαδικασίες και σαφή πολιτική ταυτότητα. Οι προσωπικότητες έρχονται και παρέρχονται, οι πολιτικές είναι αυτές που παραμένουν και ενίοτε γράφουν ιστορία! (Στην πολιτική επιστήμη -αν θυμόμαστε καλά αναλύεται ως: πολιτικές vs προσωποπαγή κόμματα)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το αποτύπωμα που άφησαν τα αποτελέσματα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών. Η νέα σύνθεση της Βουλής κατέγραψε μετατοπίσεις, ενίσχυση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων και αποδυνάμωση ή εξαφάνιση άλλων, επιβεβαιώνοντας ότι το εκλογικό σώμα αναζητά διαφορετικές ισορροπίες από εκείνες που επικρατούσαν τα προηγούμενα χρόνια. Το γεγονός αυτό καθιστά ακόμη πιο σύνθετη τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Βουλής, καθώς κανένα κόμμα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την επικράτησή του χωρίς ουσιαστικές συνεργασίες και πολιτικές συνεννοήσεις.
Αναμφίβολα, η Προεδρία της Βουλής παραμένει ένα ιδιαίτερα σημαντικό αξίωμα. Ο κάτοχός της βρίσκεται στην κορυφή της νομοθετικής εξουσίας, αποκτά αυξημένη πολιτική προβολή, θεσμική βαρύτητα και σημαντική δημόσια παρουσία. Παράλληλα, η κατάκτηση της θέσης προσφέρει πολιτικό κύρος και αίγλη στο κόμμα από το οποίο προέρχεται ο Πρόεδρος της Βουλής, ενισχύοντας την εικόνα του ως δύναμης με θεσμικό εκτόπισμα και επιρροή. Ωστόσο, η ουσία της πολιτικής δεν βρίσκεται στα αξιώματα ούτε στις φωτογραφίες των πανηγυρισμών μετά από μια εκλογική νίκη εντός της Βουλής. Για τον πολίτη που αντιμετωπίζει καθημερινά το αυξανόμενο κόστος ζωής, το στεγαστικό πρόβλημα, τις δυσκολίες στην υγεία και την αγωνία για το μέλλον των παιδιών του, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει το περιεχόμενο της πολιτικής δράσης. Οι πολίτες κρίνουν τα κόμματα από τις θέσεις που καταθέτουν, από τις νομοθεσίες που στηρίζουν ή απορρίπτουν, από τις ψήφους που δίνουν σε κρίσιμα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Αυτή είναι η πραγματική αποτίμηση της πολιτικής ευθύνης. Το ποιος κάθεται στην έδρα του Προέδρου της Βουλής έχει τη δική του θεσμική σημασία, όμως η ποιότητα της δημοκρατίας καθορίζεται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται μέσα στην αίθουσα και όχι από το ποιος καμαρώνει περισσότερο για την κατάκτηση ενός αξιώματος.
Καθώς λοιπόν τα κόμματα θα διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους για την επόμενη ημέρα, καλούνται να αποδείξουν ότι οι συνεργασίες τους δεν οικοδομούνται γύρω από πρόσωπα, αλλά γύρω από πολιτικές προτάσεις και προγραμματικές συγκλίσεις. Η εκλογή του επόμενου Προέδρου της Βουλής ίσως αποτελέσει το πρώτο μεγάλο πολιτικό μήνυμα προς το 2028. Το ερώτημα είναι αν αυτό το μήνυμα θα αφορά την ενίσχυση των θεσμών ή την αναπαραγωγή μιας πολιτικής κουλτούρας που εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο στα πρόσωπα και στις επικοινωνιακές πολιτικές παρά στις πολιτικές που έχουν πραγματική σημασία για την κοινωνία.




