Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα

Η ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΊΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΎ ΛΌΓΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΦΎΛΟ, ΜΜΕ, ΈΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ, ΕΚΚΛΗΣΊΑ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΡΌΖΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ – ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΟΥΒΛΗΣ

Απόσπασμα από τη μελέτη:


Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής τον Οκτώβριο του 2020, έπειτα από μια πολύκροτη και πολύχρονη δικαστική διαδικασία, που χαρακτηρίστηκε ως η πιο σημαντική πολιτική δίκη ύστερα από αυτήν της Νυρεμβέργης, αποτέλεσε
ορόσημο του κλεισίματος ενός κύκλου που είχε ανοίξει στην Ελλάδα με την οικονομική κρίση. Έτσι, η δραματική πτώση της Χρυσής Αυγής, που αποκρυσταλλώθηκε στην αποτυχία της να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2019 και στο χαρακτηρισμό της ως εγκληματικής οργάνωσης ένα χρόνο αργότερα, αποτέλεσε συστατικό στοιχείο ενός αφηγήματος που ήθελε τη χώρα να αφήνει πίσω της για τα καλά τα χρόνια της «κρίσης», μιας κρίσης οικονομικής όσο και πολιτικής. Την καταδίκη αυτή ακολούθησε επίσης μια εντυπωσιακή σύγκλιση σε επίπεδο πολιτικού και μιντιακού λόγου: Από το λεγόμενο «δημοκρατικό τόξο» –σημαντικοί εκπρόσωποι του οποίου διατηρούσαν ευθείες σχέσεις με την Χρυσή Αυγή, όπως ορισμένα μέλη της κυβέρνησης Σαμαρά– μέχρι τα λεγόμενα συστημικά ΜΜΕ, που είχαν επιδείξει αξιοσημείωτη ανοχή απέναντί της, μια νέα συναίνεση αναδείχτηκε, που τοποθετούνταν πλέον ξεκάθαρα απορριπτικά απέναντι στο νεοναζιστικό μόρφωμα, του οποίου οι
πρακτικές χαρακτηρίστηκαν εγκληματικές. Ωστόσο, αυτό που ήταν εξίσου εντυπωσιακό με τη νέα πολιτική συναίνεση ήταν η σιωπή με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι ιδέες και η ρητορική της ακροδεξιάς οργάνωσης. Ο γενικόλογος όρος «λαϊκισμός», που προωθήθηκε ως μετωνυμία για την Άκρα Δεξιά, και ο οποίος εσκεμμένα την εξισώνει με την Άκρα Αριστερά –επί της ουσίας, μια εκλαϊκευμένη μορφή της «θεωρίας των δύο άκρων»–, συσκότισε την ιδεολογική καταγωγή των εγκληματικών πρακτικών της Χρυσής Αυγής, δηλαδή τον επιθετικό εθνικισμό, το ρατσισμό, το σεξισμό, την ομοφοβία, τον αντισημιτισμό, με άλλα λόγια τις ιδεολογίες αποκλεισμού και διάκρισης, που χαρακτηρίζουν την Άκρα Δεξιά διεθνώς σήμερα.

Η συσκότιση αυτή, η απουσία λόγου για τις ιδέες της Χρυσής Αυγής και της απήχησής της στην κοινωνία αποτέλεσαν τη βάση των ερευνητικών ερωτημάτων που επιχειρεί να διερευνήσει ο παρών τόμος.

Η ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΊΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΎ ΛΌΓΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΆΔΑ
Το ερώτημα που διατρέχει τα κεφάλαια τα οποία παρουσιάζονται εδώ είναι το κατά πόσο και με ποιους τρόπους νομιμοποιήθηκε πολιτικά και κανονικοποιήθηκε κοινωνικά η ακροδεξιά ιδεολογία, καθώς και σε ποιο βαθμό αποτελεί σήμερα μια νέα «κοινή λογική» που δεν αποτελεί ιδεολογικό ίδιον ορισμένων ακραίων, αλλά
εμπεδωμένη νοοτροπία και ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής. Κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η ελληνική κοινωνία βρέθηκε μπροστά στο σταυροδρόμι μεταξύ (Ακρο)δεξιάς και (Ακρο)αριστεράς. Η ζυγαριά φάνηκε προσωρινά να γέρνει προς τα αριστερά, με τις νίκες του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015. Ωστόσο, η ρητορική της «πρώτης φοράς Αριστερά» συσκότισε τις ιδεολογικές καταβολές σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, για τους οποίους η ψήφος στην Αριστερά ήταν μάλλον συγκυριακή και ευκαιριακή παρά συνειδητή και μικρή σχέση είχε με προτάγματα περί μιας δημοκρατικής και συμπεριληπτικής κοινωνίας, στον αντίποδα της εθνικιστικής «καθαρότητας» και του φοβικού εθνικισμού, από τον οποίο εμφορούνταν εκδοχές της εθνολαϊκιστικής Δεξιάς. Έτσι, παρά την προσωρινή εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ως αποτέλεσμα της γενικής απογοήτευσης που έφερε η αποτυχία πραγματοποίησης των υποσχέσεών του (τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εκδημοκρατισμού των κρατικών θεσμών), η ελληνική κοινωνία σε μακρό χρόνο –όπως διαφαίνεται και μέσω του δημοσιευμένου ερωτηματολογίου που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο
της παρούσας έρευνας και που παρατίθεται στο Παράρτημα του τόμου– φαίνεται να στρέφεται ξεκάθαρα προς τα δεξιά. Κεντρικά στοιχεία που συνιστούν τον ιδεολογικό πυρήνα της Χρυσής Αυγής –ξενοφοβία, ρατσισμός, πίστη στην ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού, πεποίθηση ότι οι γειτονικές χώρες επιβουλεύονται την Ελλάδα, ισλαμοφοβία– φαίνεται να έχουν διαχυθεί ευρέως και να εκφράζονται απενοχοποιημένα ως νέα κανονικότητα.
Βεβαίως, η ευρύτερη αυτή «δεξιοποίηση» (Camus – Lebourg, 2017) της κοινωνίας δεν αποτελεί ελληνική τάση μόνο: Από τις ΗΠΑ του φαινομένου Τραμπ, τις μορφές αυταρχικού κοινοβουλευτισμού της μακρινής Ινδίας του
Μόντι και της Βραζιλίας του Μπολσονάρο, μέχρι την απροκάλυπτη ομοφοβία και ξενοφοβία της Πολωνίας και της Ουγγαρίας της καθ’ ημάς Ευρώπης, οι κοινωνίες φαίνονται να εκφασίζονται με γοργούς ρυθμούς. Είτε ως αντίδραση στην παγκόσμια οικονομική κρίση και την εξαθλίωση, που παράγουν οι πολιτικές λιτότητας, τις οποίες επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός, είτε ως αντίδραση στις προσπάθειες εμπέδωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων των μέχρι σήμερα αποκλεισμένων και περιθωριοποιημένων μειονοτήτων, η Ακροδεξιά ως τρόπος σκέψης φαίνεται ότι καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει τα ζητήματα με αποτελεσματικό τρόπο, που αποτυπώνεται τόσο εκλογικά όσο και σε επίπεδο κοινωνικών τάσεων, στάσεων και απόψεων. Η μορφή της Άκρας Δεξιάς που εκφράστηκε μέσω της Χρυσής Αυγής, η οποία χρησιμοποίησε εξίσου βίαιες πρακτικές και λόγους, έκανε την αναγνώριση της ιδεολογικής φύσης και των πολιτικών της στόχων προφανέστερη και την καταδίκη της, όταν ξεπέρασε τα όρια ανοχής που επέδειξαν απέναντί της οι θεσμοί του κράτους, ευκολότερη. Ωστόσο, η διεθνής τάση, από την οποία η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, υποδεικνύει ότι η ίδια μπορεί να προωθεί την ατζέντα της μέσω των κοινοβουλευτικών θεσμών, καθώς η λεγόμενη «φιλελεύθερη Δεξιά» μετακινείται ολοένα και δεξιότερα, όπως υποδεικνύουν και τα παραδείγματα αυταρχικού κοινοβουλευτισμού, που αναφέρονται παραπάνω.

Η νέα Άκρα Δεξιά οικειοποιείται τον δικαιωματικό λόγο αντιστρέφοντας τα πρόσημα (για παράδειγμα, «η πλειοψηφία απειλείται από τις μειονότητες» που θα έπρεπε να είναι σιωπηλές και αόρατες, «τα δικαιώματα των ανδρών») εργαλειοποιώντας έτσι τις πολιτικές ταυτότητας (αλλά και δείχνοντας τα όρια και τους κινδύνους αυτών των πολιτικών), αναγνωρίζοντας επιλεκτικά ορισμένα δικαιώματα (για παράδειγμα, η περίπτωση του «ροζ ξεπλύματος» με τη μερική και υπό όρους αποδοχή των ΛΟΑΤΚΙ διεκδικήσεων) και στρέφοντάς τα εναντίον άλλων περιθωριοποιημένων κοινοτήτων (για παράδειγμα, «οι μετανάστες ή οι μουσουλμάνοι που απειλούν την ελευθερία των γυναικών στη Δύση ή/και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων»). Η κοινή συνισταμένη όλων αυτών των στοιχείων, τα οποία χρησιμοποιούνται χρησιμοθηρικά και κατά το δοκούν στα διαφορετικά εθνικά συγκείμενα που εκδηλώνονται, είναι η επίκληση μιας «κρίσης αξιών» και η αντισυστημικότητα: Η νέα Άκρα Δεξιά παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως θεματοφύλακας μιας εθνικής παράδοσης, η οποία απειλείται από την πολυπολιτισμικότητα και τα αιτήματα της συμπεριληπτικότητας που εκφράζουν οι περιθωριοποιημένοι, και ταυτόχρονα ως λόγος αντίστασης, ως λόγος αμφισβήτησης μιας υποτιθέμενης κυριαρχίας αυτών ακριβώς των περιθωριοποιημένων ομάδων οι οποίες διεκδικούν αναγνώριση, κοινωνική ένταξη και ισονομία. Η νέα Άκρα Δεξιά, η «εναλλακτική Δεξιά (Alt-right)», όπως έχει γίνει γνωστή, δεν προκρίνει αποκλειστικά και κατά προτεραιότητα βίαιες μεθόδους και αποτρόπαιες επιθέσεις εναντίον των εχθρών της. Η στρατηγική της έχει στραφεί στη διάβρωση των ίδιων των
κρατικών θεσμών, στη συστηματική διάδοση των ιδεών της και, υπ’ αυτή την έννοια, σε ένα σχέδιο μακροπρόθεσμης ιδεολογικής ηγεμονίας μέσω της κανονικοποίησης των ιδεών της (Αχμάντ, 2021).

Αυτές οι διαπιστώσεις αποτέλεσαν το υπόβαθρο για τη διατύπωση των ερωτημάτων και για τις μεθοδολογικές επιλογές του παρόντος τόμου. Έναυσμα αλλά και κεντρικό στόχο της έρευνας αποτέλεσε ο τρόπος με τον οποίο η
Άκρα Δεξιά διεισδύει στους θεσμούς, ο τρόπος που τους διαμορφώνει προβάλλοντας τη λογική της ως «κανονικότητα» και, τέλος, ο τρόπος που η «κανονικότητα» αυτή επιστρέφει στην κοινωνία, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή της προς τα ακροδεξιά. Ο τόμος εστιάζεται σε θεσμούς που θεωρούνται κεντρικοί στην παραγωγή και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, γενικότερα στα σύγχρονα έθνη-κράτη και ειδικότερα στην Ελλάδα λόγω των ποιοτικών της χαρακτηριστικών. Aποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, τρία εκ των οποίων εστιάζονται στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην Εκκλησία και στα ΜΜΕ αντίστοιχα και ένα τέταρτο που επικεντρώνεται στον σύγχρονο λόγο περί έμφυλων ζητημάτων. Τόσο οι Ένοπλες Δυνάμεις όσο
και η Εκκλησία της Ελλάδoς συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο πολιτικά ισχυρών και ιδεολογικά επιδραστικών μηχανισμών διαχρονικά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Έκαστος από τους δύο αυτούς θεσμούς διατείνεται ότι αποτελεί θεματοφύλακα μιας ελληνικότητας –μονοθρησκευτικής, μονοπολιτισμικής, ετεροκανονικής, πατριαρχικής– η οποία συχνά παρουσιάζει σημαντικές συνάφειες με την παραδοσιακότητα που διατείνεται ότι εκπροσωπεί και «υπερασπίζει» η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα. Στόχος του τόμου δεν είναι να
καταδείξει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ή η Εκκλησία αποτελούν απλώς «βραχίονες» ενός ακροδεξιού βαθέως κράτους ή να ισχυριστεί μια απόλυτη ταύτιση μεταξύ των ιδεολογιών των Ενόπλων Δυνάμεων και της Εκκλησίας –άλλωστε, τα αντίστοιχα κεφάλαια αναδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και τις αποκλίσεις μεταξύ του επίσημου λόγου των θεσμών και του ανεπίσημου λόγου των υποκειμένων που ενσαρκώνουν τους θεσμούς–, αλλά να φωτίσει τις συγκλίσεις και έτσι να αναδείξει την κανονικοποιητική τους λειτουργία αναφορικά με το
σώμα των ιδεών, των στάσεων και των απόψεων της Άκρας Δεξιάς κατά την τελευταία δεκαετία. Στο ίδιο πνεύμα, η μελέτη των ΜΜΕ έχει στόχο να εξετάσει το ρόλο τους στη διάδοση και κανονικοποίηση ενός λόγου που σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με τις κατηγορίες σκέψης και τα ρητορικά σχήματα της Άκρας Δεξιάς. Η σύγκλιση που παρατηρείται μεταξύ των «mainstream» και των ακραίων μέσων, σε συνδυασμό με την επιδραστικότητά τους επί σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού –και λαμβάνοντας υπόψη τις πολύ χαμηλές αξιολογήσεις που έχει δεχτεί η χώρα μας αναφορικά με την ελευθερία του Τύπου τα τελευταία χρόνια–1 μπορεί να ερμηνεύσει σε ένα βαθμό τη διασπορά και την εμπέδωση του ακροδεξιού τρόπου σκέψης, που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία σήμερα. Η μελέτη των έμφυλων ζητημάτων διαφοροποιείται σε ένα βαθμό από τη μελέτη των θεσμών, που επιχειρείται στα λοιπά κεφάλαια του τόμου, υπό τη στενή έννοια του ότι το φύλο δεν αποτελεί ένα «θεσμό». Ωστόσο, το φύλο ως κατεξοχήν πεδίο άρθρωσης και εμπέδωσης της εξουσίας, και δεδομένου του τρόπου που έχει συναρθρωθεί τα τελευταία χρόνια με την κρίση των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών αναφορικά με ζητήματα μετανάστευσης, ισλαμοφοβίας, ατομικών και κοινοτικών δικαιωμάτων και ελευθερίας του λόγου –με το ζήτημα της μουσουλμανικής γυναικείας περιβολής να είναι ίσως το πιο εξέχον σύμβολο αυτών των εντάσεων–, καθιστά τη μελέτη του λόγου περί έμφυλων ζητημάτων απαραίτητη για την κατανόηση της ιδεολογικής άρθρωσης της νέας Άκρας Δεξιάς. Σε αυτή τη λογική, το κεφάλαιο δεν εστιάζεται στη μελέτη της ακροδεξιάς ιδεολογίας περί
φύλου εν αυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η εργαλειοποίηση των έμφυλων ζητημάτων από την Άκρα Δεξιά, που παρατηρείται στην Ευρώπη σήμερα, έχει αρχίσει να ριζώνει στη χώρα μας και σε ποιο βαθμό.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, το ερευνητικό ενδιαφέρον του τόμου για τους θεσμούς υπερβαίνει τον επίσημο λόγο που παράγουν, χωρίς βεβαίως να τον θεωρεί δευτερεύουσας σημασίας, για να στραφεί στα υποκείμενα που ενσαρκώνουν αυτούς τους θεσμούς. Αυτό το ενδιαφέρον καθοδήγησε και τις μεθοδολογικές μας επιλογές: Στο μέτρο που ήταν δυνατό με βάση τους περιορισμούς τους οποίους αντιμετωπίσαμε –δυσκολία πρόσβασης σε περίκλειστα επαγγελματικά περιβάλλοντα όπως ο στρατός και η Εκκλησία, εκπόνηση της μελέτης κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 που περιόρισε την κινητικότητα αλλά και την πρόσβαση, για παράδειγμα, σε χώρους λατρείας, όπως οι Εκκλησίες– διεκπεραιώθηκαν σαράντα έξι (46) συνεντεύξεις βάθους με στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, ιερείς και μέλη θρησκευτικών κοινοτήτων καθώς και μέλη της φεμινιστικής και ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας (για λεπτομέρειες, βλ. τα αντίστοιχα κεφάλαια). Υιοθετώντας την προοπτική της κατανοητικής κοινωνιολογίας και της παράδοσής της, που δίνει προτεραιότητα στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τη δράση και τη σκέψη τους και κατανοούν τον κοινωνικό κόσμο, οι συνεντεύξεις αυτές είχαν στόχο να αναδείξουν τα εννοιολογικά και ρητορικά σχήματα, μέσω των οποίων τα υποκείμενα που ενσαρκώνουν τους θεσμούς αυτούς ενσωματώνουν και αναπαράγουν πτυχές της ακροδεξιάς ιδεολογίας ως «κοινή λογική».

Εμφορούμενος, λοιπόν, από ένα ενδιαφέρον για τη διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας και την κανονικοποίησή της στο κοινωνικό σώμα ως νοοτροπίας, ο παρών τόμος εγγράφεται –αλλά και διαφοροποιείται ως προς τις ειδικές στοχεύσεις του– σε μια ευρύτερη δεξαμενή μελετών του φαινομένου της Άκρας Δεξιάς στη σύγχρονη Ελλάδα. Η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής Ακροδεξιάς ως αντικείμενο έρευνας τράβηξε τη συστηματική προσοχή των
ερευνητών αφότου η ίδια η ιστορική συγκυρία την ανέδειξε ως κρίσιμο κοινωνικό φαινόμενο με την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής ως πέμπτου κόμματος σε επιρροή στις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Το αποτέλεσμα αυτό μαρτυρούσε, μεταξύ άλλων, την αποσταθεροποίηση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος το οποίο είχε δομηθεί γύρω από τη σταθερή και ηγεμονική παρουσία των κομμάτων του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία εναλλάσσονταν στην εξουσία από την πτώση της Χούντας και έπειτα, στο μέτρο που αυτή αμφισβητήθηκε ουσιωδώς από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως κύριου αντιπολιτευτικού κόμματος στα αριστερά του πρώτου και της Χρυσής Αυγής και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων στα δεξιά της δεύτερης, με το συνολικό εκλογικό ποσοστό των δύο τελευταίων να έχει ανέλθει στο 14,43%. Οι μετατοπίσεις αυτές στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 αποτελούσαν δείκτες των ευρύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών που είχαν λάβει χώρα στην ελληνική κοινωνία έπειτα από δύο χρόνια εφαρμογής μνημονίων τα οποία διέλυσαν το μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο και τις κοινωνικές συναινέσεις που απέρρεαν από αυτό, σηματοδοτώντας το τέλος της λεγομένης «Μεταπολίτευσης».

Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας για την Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα μέχρι να έρθει η Χρυσή Αυγή στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας είχε διεξαχθεί κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, από ιστορικούς οι οποίοι έχουν καταπιαστεί
με τις διαφορετικές μορφές του φαινομένου, όπως αυτό εκφράστηκε κατά τη διάρκεια του μακρύ ελληνικού 20ού αιώνα. Επίκεντρο των περισσοτέρων από τις ιστορικές μελέτες που καταπιάστηκαν με το συγκεκριμένο ζήτημα αποτέλεσαν οι δικτατορίες που εγκαθιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, υποχρεώνοντάς τες να στρέψουν τον ερευνητικό τους φακό κυρίως σε όψεις των δύο βασικότερων από αυτές, που είναι εκείνη του Ιωάννη Μεταξά, αφενός, και του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου, αφετέρου. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί στη βάση του ότι η ελληνική Ακροδεξιά μέχρι και την εκλογή της Χρυσής Αυγής στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2012 δεν παρουσίασε βαθμό πολιτικής κινητοποίησης από τα κάτω παρόμοιο με αυτόν που επέδειξαν χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Ρουμανία, καθώς τα κινήματα της ελληνικής Ακροδεξιάς δεν αυτονομηθήκαν επαρκώς από τους ισχύοντες πολιτικούς σχηματισμούς, με αποτέλεσμα οι όποιες προσπάθειες εκφασισμού της κοινωνίας να συμβαίνουν με πρωτοβουλίες από τα πάνω. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι δεν υπήρχαν κινήματα σχετικά ούτε ότι η παρουσία τους δεν παρήγαγε απτά πολιτικά αποτελέσματα, αλλά μάλλον ότι οι πρωτοβουλίες από τα πάνω, όπως αυτές των καθεστώτων της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου, μετά την παγίωση της εξουσίας τους προσεταιρίστηκαν και ενσωμάτωσαν προσωπικότητες από το χώρο της Άκρας Δεξιάς κάνοντας
τες οργανικά τους κομμάτια. Επίσης, με βάση τα όσα έχουν λεχθεί παραπάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις θεσμοποίησης της Ακροδεξιάς στο ελληνικό συγκείμενο, αυταρχικές εκτροπές όπως αυτές του Μεταξά και των Συνταγματαρχών θα πρέπει να ερμηνευτούν περισσότερο ως αποτέλεσμα είτε της θεσμικής αδυναμίας του κοινοβουλευτικού συστήματος να λειτουργήσει αποτελεσματικά εντός συνθήκων κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης είτε του φόβου αμφισβήτησης των προνομίων τμήματος του κρατικού μηχανισμού από διαδικασίες εκδημοκρατισμού παρά ως αποτέλεσμα πολιτικής κινητοποίησης από τα κάτω.
Η σημαντική εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής τράβηξε το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων που ασχολούνται με όψεις της κοινωνικής και πολιτικής συγχρονίας, διότι σηματοδοτούσε τομή σε σχέση με μια σειρά δεδομενικοτήτων τόσο για το ελληνικό μεταπολιτευτικό συγκείμενο όσο και για το ευρωπαϊκό. Παρότι η Χρυσή Αυγή δεν συνιστούσε το μόνο ακροδεξιό κόμμα το οποίο σημείωσε σημαντική άνοδο στην ευρωπαϊκή ήπειρο κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ήταν το μόνο δεδηλωμένα ναζιστικό κόμμα το οποίο εισήλθε σε ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανακαλώντας μνήμες και αναλογίες από την περίοδο της μεσοπολεμικής Βαϊμάρης. Η πραγματικότητα αυτή διερρήγνυε και ένα θεσμικό ταμπού το οποίο αποτελούσε κατοχύρωση του μεταπολεμικού πολιτικού συμβολαίου της Δυτικής Ευρώπης: την απαγόρευση της νομικής συγκρότησης και, κατ’ επέκταση, της συμμετοχής σε εκλογικές διαδικασίες κομμάτων με δεδηλωμένο ναζιστικό υπόβαθρο. Η περίπτωση της Δυτικής Γερμανίας ήταν η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση που είχε προβεί σε τέτοιου είδος θεσμοθετήσεις συμπεριλαμβάνοντας σε αυτή την θέσπιση και το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο θεωρήθηκε υπεύθυνο για την κατάρρευση της μεσοπολεμικής γερμανικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αποτελώντας το άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος. Με αυτά τα δεδομένα, η εκλογή ενός ναζιστικού κόμματος σε ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
επερωτούσε ουσιώδεις όψεις του μεταπολεμικού θεσμικού status quo και ανάγκαζε το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο να αναμετρηθεί με το είδωλό του στον καθρέφτη και να αναστοχαστεί αν αυτό αποτελούσε αντανάκλαση του πραγματικού του τωρινού εαυτού ή μια στρεβλή εξεικόνιση μιας παλιάς, ξεχασμένης του όψης. Στο ελληνικό συγκείμενο, η άνοδος της Χρυσής Αυγής διατάρασσε την ιδεολογική αναπαράσταση της σύσσωμης συστράτευσης και αντίστασης του ελληνικού λαού έναντι των Γερμανών ναζί κατακτητών κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου και καλούσε το ντόπιο πολιτικό κατεστημένο να προβληματιστεί για το πώς σε μια χώρα που είχε υποστεί τόσες απώλειες κατά τη διάρκεια της Κατοχής είναι δυνατό να αναφύονται κόμματα τα οποία διακηρύττουν τα δόγματα του NSDAP και ταυτίζονται ιδεολογικά με αυτά.

Επιπρόσθετα αλλά όχι ξέχωρα της ναζιστικής της ιδεολογίας, ήταν οι πολιτικές πρακτικές της Χρυσής Αυγής αυτές οι οποίες τη διαφοροποιούσαν συστηματικά από τα άλλα κόμματα της πρόσφατης ελληνική Ακροδεξιάς,
όπως το ΛΑΟΣ, στο μέτρο που αυτές συνεπάγονταν στρατιωτική εκπαίδευση των μελών της, πολιτική κινητοποίηση από τα κάτω, συνεργασία με το ελληνικό παρακράτος και τους εργοδότες, συγκρότηση ομάδων κρούσης και συστηματική άσκηση βίας ενάντια σε μετανάστες, άλλες μειονοτικές ομάδες και πολιτικά διαφωνούντες, μέχρι και δολοφονίες όπως του εικοσιεφτάχρονου πακιστανικής καταγωγής Σαχζάτ Λουκμάν και του αντιφασίστα καλλιτέχνη της ραπ Παύλου Φύσσα. Οι πρακτικές αυτές δεν τη διαφοροποιούσαν στο
ελάχιστο από τα αντίστοιχα ναζιστικά και φασιστικά κόμματα του Μεσοπολέμου, τα οποία αποτελούσαν πολιτικούς ιδεότυπους δράσης για το κόμμα της Χρυσής Αυγής. Έτσι, η πολιτική πρακτική της Χρυσής Αυγής δεν ενέπλεκε ως στόχευση μόνο την είσοδο στους θεσμούς του ελληνικού κράτους, αλλά και μια διαρκή εμπλοκή με την ίδια την κοινωνία και την ακροδεξιά ριζοσπαστικοποίησή της.

Ολόκληρη η μελέτη εδώ: https://rosalux.gr/wp-content/uploads/2022/05/%CE%9A%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%91%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%8D-%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%A6%CF%8D%CE%BB%CE%BF-%CE%9C%CE%9C%CE%95-%CE%88%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%94%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1.pdf

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn

Leave a Comment

On Key

Related Posts

«Fun Day for Animals» στη Λάρνακα: Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση που ήταν αφιερωμένη στα ζώα και την ευαισθητοποίηση των πολιτών

Text follows in English της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes Πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, 27 Ιουνίου, στο παραλιακό μέτωπο των Φοινικούδων στη Λάρνακα, μπροστά από το Μεσαιωνικό

error: Content is protected !!