
Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Στην πολιτική, λίγες έννοιες είναι τόσο παρεξηγημένες –και ταυτόχρονα τόσο επικίνδυνες– όσο ο εξτρεμισμός που ντύνεται με τον μανδύα του «πατριωτισμού». Η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς μια συγκυριακή πολιτική τάση· είναι ένα φαινόμενο που έχει βαθιές ιστορικές ρίζες και συγκεκριμένες, μελετημένες συνέπειες.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά, αλλά επαναλμβάνεται.
(Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα, όπως είπε και ο θείος Κάρολος).
Ας θυμηθούμε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στη δεκαετία του 1920, η Γερμανία ήταν μια δημοκρατία με θεσμούς, εκλογές και συνταγματικές εγγυήσεις. Η οικονομική κρίση, η ανασφάλεια και η κοινωνική απογοήτευση, όμως, άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο του Adolf Hitler και του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος. Η ρητορική τους δεν ξεκίνησε με στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξεκίνησε με «απλές» υποσχέσεις για ασφάλεια, εθνική υπερηφάνεια και τάξη.
Στην πολιτική επιστήμη, αυτό το φαινόμενο περιγράφεται ως «δημοκρατική οπισθοδρόμηση» (democratic backsliding). Ο Steven Levitsky και ο Daniel Ziblatt, στο έργο τους How Democracies Die, εξηγούν πως οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν καταρρέουν απαραίτητα με πραξικοπήματα. Συχνά, διαβρώνονται εκ των έσω, όταν πολιτικές δυνάμεις αμφισβητούν συστηματικά τους θεσμούς, υπονομεύουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και καλλιεργούν πόλωση.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.
Τα ακροδεξιά κόμματα, ανεξαρτήτως χώρας, μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά:
- Απλουστευτικές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα
- Στοχοποίηση «άλλων» (μεταναστών, μειονοτήτων, πολιτικών αντιπάλων)
- Έντονη ρητορική φόβου και απειλής
- Υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Αυτά δεν είναι απλώς πολιτικές θέσεις. Είναι μηχανισμοί πολιτικής κινητοποίησης που έχουν μελετηθεί εκτενώς στο πλαίσιο της Πολιτικής Επιστήμης.
Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η επίθεση στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ 2021. Δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό «οργής». Ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου αμφισβήτησης εκλογικών διαδικασιών, υπονόμευσης θεσμών και καλλιέργειας δυσπιστίας προς τη δημοκρατία.
Στην Ευρώπη, η εμπειρία δείχνει πως όταν ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται προς την κανονικοποίηση ακραίων θέσεων, το πολιτικό σύστημα συνολικά μεταβάλλεται. Θέσεις που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητες, σταδιακά αποκτούν χώρο στον δημόσιο διάλογο. Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως «παράθυρο του Όβερτον» (Overton window).
Το «παράθυρο του Όβερτον» (Overton window) είναι μια έννοια στην Πολιτική Επιστήμη που περιγράφει τα όρια του τι θεωρείται κοινωνικά και πολιτικά «αποδεκτό» σε μια δεδομένη στιγμή. Δηλαδή, υπάρχουν ιδέες που θεωρούνται φυσιολογικές και μπορούν να συζητηθούν δημόσια χωρίς αντιδράσεις, και άλλες που θεωρούνται ακραίες ή αδιανόητες. Το «παράθυρο» αυτό όμως δεν είναι σταθερό: μπορεί να μετακινηθεί, όταν πολιτικοί ή δημόσια πρόσωπα επαναλαμβάνουν ακραίες θέσεις, κάνοντάς τες σιγά-σιγά να φαίνονται λιγότερο σοκαριστικές και πιο «κανονικές». Έτσι, ιδέες που κάποτε ήταν στο περιθώριο, μπορούν με τον χρόνο να μπουν στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Σε μικρές κοινωνίες –όπως η κυπριακή– οι συνέπειες μπορεί να είναι ακόμη πιο έντονες. Όταν ο λόγος γίνεται πιο σκληρός, η κοινωνική συνοχή διαβρώνεται πιο γρήγορα. Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο φόβου αντί διαλόγου, η δημοκρατία χάνει τον πυρήνα της.
Δεν είναι θέμα ιδεολογικής διαφωνίας. Είναι θέμα δημοκρατικής αντοχής.
Η κριτική προς συγκεκριμένα πολιτικά μορφώματα δεν χρειάζεται να είναι κραυγαλέα για να είναι σαφής. Όταν ένα κόμμα επιλέγει συστηματικά τη ρητορική του αποκλεισμού, όταν επενδύει στον θυμό αντί στην τεκμηριωμένη πολιτική πρόταση, όταν αντιμετωπίζει τους θεσμούς ως εμπόδιο και όχι ως θεμέλιο – τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι θεσμικό.
Η ιστορία έχει ήδη δώσει τα παραδείγματα. Η πολιτική επιστήμη έχει ήδη δώσει τα εργαλεία ανάλυσης.
Το ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες επιλέγουν να τα ακούσουν.
Γιατί, τελικά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ύπαρξη ακραίων φωνών. Είναι η στιγμή που αυτές παύουν να θεωρούνται ακραίες.
Και καθώς απομένουν μόλις 22 ημέρες μέχρι τις κάλπες, αξίζει να αναρωτηθούμε ψύχραιμα: μπορούμε πραγματικά να ρισκάρουμε αξίες όπως η δημοκρατία; Μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να επαναλάβει λάθη που η ιστορία έχει ήδη πληρώσει ακριβά;
Όσοι υποψήφιοι ή βουλευτές επιλέγουν τον θυμό ως μόνιμη γλώσσα και ουρλιάζουν καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν το κάνουν από πατριωτικό ηρωισμό ούτε από αγάπη για τον τόπο (μην μπερδεύεστε). Ο θυμός μπορεί να είναι εργαλείο και συχνά είναι. Καλλιεργεί φόβο, διχάζει, απλοποιεί επικίνδυνα την πραγματικότητα.
Και όταν ο δημόσιος λόγος γεμίζει ένταση αντί επιχειρημάτων, τότε η δημοκρατία δεν ενισχύεται, αποδυναμώνεται.
Η ιστορία μας τα έχει εξηγήσει όλα, κουτσιά καθαρισμένα, ας την ακούσουμε πριν να είναι αργά!



