
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΙΩΣΗΦ ΦΡΑΓΚΟΥ:
ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ
Η μετάβαση στο ψηφιακό κόσμο έχει αισίως ολοκληρωθεί γεγονός το οποίο παρέχει τη δυνατότητα άμεσης έκφρασης, συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο και ανταλλαγής ιδεών στον καθένα από εμάς. Όλοι έχουμε βήμα.
Αυτό θα έπρεπε να αποτελεί δημοκρατική κατάκτηση. Η ελευθερία του λόγου είναι θεμελιώδης και δεν επιδέχεται περιορισμούς και εκπτώσεις.
Ωστόσο, η πραγματικότητα των τελευταίων ετών —και ιδίως των τελευταίων ημερών— αναδεικνύει μια άλλη, ανησυχητική διάσταση. Τη μετατροπή του δημόσιου διαλόγου σε ανεξέλεγκτο πεδίο δημόσιας καταδίκης και καταρράκωσης ανθρώπων και συνειδήσεων.
Με αφορμή τις καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κατόπιν πρωτοβουλίας του δημοσιογράφου-ερευνητή Μακάριου Δρουσιώτη, και χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία τους, επιλέγω να σταθώ σε ένα ζήτημα αρχής.
Η διατύπωση κατηγοριών εξαιρετικής βαρύτητας —όπως ο βιασμός ανηλίκου— ενεργοποιεί άμεσα, και δικαιολογημένα, έντονα κοινωνικά αντανακλαστικά. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι μέσα σε λίγες μέρες ο διαδικτυακά καταγγελόμενος έχει καταδικαστεί στο λαϊκό δικαστήριο της κοινωνίας.
Παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο, διαπιστώνει κανείς ότι η διάκριση μεταξύ καταγγελίας και απόδειξης έχει καταρρεύσει. Η εντύπωση της ενοχής διαμορφώνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε διαδικασία διερεύνησης. Η κοινωνική καταδίκη προηγείται της θεσμικής κρίσης.
Όμως η ένταση της κατηγορίας δεν μπορεί να υποκαθιστά την ανάγκη για τεκμηρίωση.
Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα:
Είναι αυτό συμβατό με τις βασικές αρχές ενός κράτους δικαίου;
Το τεκμήριο της αθωότητας δεν αποτελεί θεωρητική πολυτέλεια. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση. Η προστασία της φήμης, της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του ατόμου δεν είναι δευτερεύουσα αξία που μπορεί να υποχωρεί έναντι της ταχύτητας της πληροφορίας, ως αποτέλεσμα της ελευθερίας του λόγου σε ένα ψηφιακό περιβάλλον.
Διότι η άκριτη υιοθέτηση και αναπαραγωγή σοβαρών κατηγοριών χωρίς επαρκή στοιχεία δεν συνιστά απλώς υπέρβαση. Συνιστά κίνδυνο για τον ίδιο τον πυρήνα της δικαιοσύνης.
Αύριο, ο οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί στη θέση του καταγγελλόμενου. Αύριο θα είμαι εγώ και εσύ.
Η απάντηση, ασφαλώς, δεν μπορεί να είναι ο περιορισμός της ελευθερίας του λόγου. Μπορεί όμως —και οφείλει— να είναι η ενίσχυση της ευθύνης που τη συνοδεύει.
Η διατύπωση καταγγελιών τέτοιας σοβαρότητας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης. Και σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι αυτές είναι αβάσιμες, το ζήτημα της ευθύνης δεν μπορεί να παραμένει στο επίπεδο της ηθικής αποδοκιμασίας.
Η ισορροπία μεταξύ ελευθερίας έκφρασης και προστασίας του προσώπου δεν είναι απλώς επιθυμητή. Είναι αναγκαία.
Διότι σε μια ευνομούμενη κοινωνία, δεν αρκεί να μπορούμε να μιλάμε.
Καταληχτικά, το ερώτημα το οποίο θέτω είναι το ακόλουθο: Ποια θα πρέπει να είναι η τιμωρία του Μακαρίου Δρουσιωτη, εάν οι κατηγορίες που έχει εκτοξεύσει εναντίον ενός τέως δικαστή του ΑΔ δεν ευσταθούν; Ποια είναι η αρμόζουσα ποινή αυτού, που αδίκως (αν όντως έτσι είναι) διασύρει έναν άλλο κατηγορώντας τον για το μέγα αδίκημα του βιασμού ανηλίκου;


