Διανοούμενος Αριστερός μεν, αλλά για τον Ραφαηλίδη,
η αλήθεια δεν είχε “κομματικά” χρώματα.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χωρούν σε καλούπια. Που δεν έμαθαν ποτέ να σιωπούν, να υποτάσσονται ή να “στρογγυλεύουν” τα λόγια τους για να γίνουν αρεστοί. Μα προπάντων με μπόλικη ευφυία στο μυαλό και κατά προέκταση στη πένα τους.
Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε ο Βασίλης Ραφαηλίδης — δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός κινηματογράφου, διανοούμενος, μα πάνω απ’ όλα ένας ανυπότακτος.
Εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, η φωνή του συνεχίζει να αντηχεί — πεισματικά, διαυγώς και πάντα επίκαιρα μέσα από τα βιβλία και τα άρθρα του που μας άφησε ως παρακαταθήκη.
Ο Ραφαηλίδης υπήρξε ένας Διανοούμενος Αριστερός, από τους λίγους εκείνους που δεν κρύβονται πίσω από σημαίες, που δεν φορούν την ιδεολογία δογματικά, αλλά από εκείνους που τολμούν να τις ξεδιπλώνουν, να σκαλίζουν, να αναλύουν τις λέξεις των σπουδαίων θεωρητικών, ακόμα κι όταν φυσάει αντίθετος άνεμος.
Από την Κατοχή και τον Εμφύλιο μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έμεινε πιστός σε μια βαθιά, ουσιαστική πίστη στην ελευθερία, στην κριτική σκέψη και στην αλήθεια — όχι στην “παραταξιακή” Αριστερά, αλλά στην ανθρώπινη, έτσι όπως βγαίνει από τις ρίζες της.
Από τη φυλακή στο φως του κινηματογράφου
Γεννημένος το 1934, ο Ραφαηλίδης “μαθήτευσε” κοντά σε σπουδαίους δημιουργούς: στον Νίκο Κούνδουρο, τον Ροβήρο Μανθούλη και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Ήταν παρών στα πρώτα, δύσκολα βήματα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Το 1966, μαζί με τον Αλέξη Γρίβα, ίδρυσαν το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος, το οποίο δεν άντεξε για πολύ — η χούντα το έκλεισε. Το 1968, λίγο μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Αίγινας, δημιούργησε με τον Αγγελόπουλο το περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος, θέτοντας τα θεμέλια μιας νέας εποχής για την ελληνική έβδομη τέχνη.
Δίδαξε στη Σχολή Σταυράκου, εκεί όπου είχε φοιτήσει, και στα κινηματογραφικά σεμινάρια της εποχής — στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στην “Ώρα”, στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Από τα σεμινάριά του προέκυψε το βιβλίο 12 μαθήματα για τον κινηματογράφο, ένα έργο που έμαθε στους νέους πώς να “βλέπουν” κι όχι απλώς να παρακολουθούν μια ταινία.
Για εκείνον, η τέχνη δεν ήταν πολυτέλεια· ήταν ανάγκη. “Ο τσοπάνος κάθεται και σκαλίζει την γκλίτσα του, όχι για να την κάνει σταθερότερη, αλλά ομορφότερη”, έλεγε. “Αυτό το ‘περιττό’ που προστίθεται στο αναγκαίο, είναι η τέχνη”.
Δημοσιογράφος χωρίς φίλτρα
Μετά τη μεταπολίτευση, ο Ραφαηλίδης εργάστηκε στις εφημερίδες Το Βήμα, Έθνος και αργότερα στην Ελευθεροτυπία. Κάθε του άρθρο ήταν ένα μικρό μανιφέστο: αιχμηρό, συχνά προκλητικό, πάντοτε ειλικρινές. Δεν δίσταζε να συγκρουστεί με κατεστημένα και πρόσωπα εξουσίας. Το 1998, απολύθηκε από το Έθνος επειδή υπερασπίστηκε δημόσια τη Μαλβίνα Κάραλη, στη διαμάχη της με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Για τον Ραφαηλίδη, η αλήθεια δεν είχε “κομματικά” χρώματα.
Έγραφε, μιλούσε, δίδασκε και προκαλούσε. Αλλά όχι για το θεαθήναι (σαν τις μέρες μας καλή ώρα). Η πρόκληση για εκείνον ήταν τρόπος σκέψης, όχι τρόπος ζωής.
Πίστευε βαθιά ότι ο ρόλος του διανοούμενου είναι να αποδομεί τις βολικές ψευδαισθήσεις μιας κοινωνίας που επιλέγει να εθελοτυφλεί.
Ο Ραφαηλίδης και η “κωμικοτραγική” μας Ιστορία
Το πιο διάσημο έργο του, Η Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους, παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς. Ένα βιβλίο “που αγαπάει την Ελλάδα, αλλά δεν την κολακεύει”, όπως έλεγε ο ίδιος. “Λέει τα σύκα σύκα και τους προδότες προδότες, κι όχι εθνικούς ήρωες”. (Πόσο χρειάζεται και η Κύπρος ένα τέτοιο βιβλίο, που 51 χρόνια μετά το ’74 ακόμη δεν καταλήξαμε ομόφωνα ποιοι είναι οι ήρωες και ποιοι οι προδότες!).
Στις σελίδες του, ο Ραφαηλίδης αποδομεί τον εθνικό μύθο της Ελλάδας με ψυχραιμία και ειρωνεία. Δεν στήνει μνημεία — τα κατεδαφίζει, για να φανεί πίσω τους η πραγματική ιστορία. Γιατί ήξερε πως μόνο μέσα από την απομυθοποίηση μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας ως λαό.
“Ο φασισμός”, έγραφε, “είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους…”. Λόγια γραμμένα πριν δεκαετίες, που διαβάζονται σήμερα σαν σχόλιο για τη σύγχρονη εποχή του λαϊκισμού.
Η πολιτική, ο μαρξισμός, και η ανθρώπινη αντίφαση
Ο Ραφαηλίδης δεν χάιδευε ούτε τα αυτιά της ίδιας της Αριστεράς. ϊσως επειδή όταν είσαι γνήσιος Αριστερός και δη ευφυέστατος δεν βάζεις κομματικές παρωπίδες σαν κάτι έμμισθους του κόμματος, αλλά βλέπεις τα λάθη και τα λες με σκοπό να τα διορθώσεις. (Ναι, ήξερε για την κομματική πειθαρχία και ο Ραφαηλίδης και για τους 21 όρους του Λένιν, αλλά οι ευφυέστατοι Αριστεροί γνωρίζουν πως μόνο μέσα από την κριτική μπορεί να διορθωθούν τα λάθη και όχι με το “κρύψε να περάσουμε”)
“Το ΚΚΕ”, έγραφε, “παίζει τον ρόλο του χριστιανισμού: προσφέρει ελπίδα στους απελπισμένους και περιορίζει τις αυτοκτονίες”. Για τον Ραφαηλίδη η Αριστερά δεν ήταν δόγμα (σαν κάποιους 40αρηδες κομματικούς αριστερούς -σε Κύπρο και Ελλάδα- με μυαλά 80χρονου) αλλά διαρκής αγώνας αυτοκριτικής.
Στο συγκλονιστικό του βιβλίο Η Μεγάλη Περιπέτεια του Μαρξισμού μιλούσε με στοργή αλλά και σκληρότητα για τη Σοβιετική Ένωση: “Ήταν μια καλή μητέρα για όλους εμάς τους κομμουνιστές… Έπρεπε να τη σκοτώσουμε όσο ήταν ακόμη νέα και αναμάρτητη. Δυστυχώς τη σκοτώσαμε όταν είχε πια αμαρτήσει πολύ”. Αυτή η φράση συμπυκνώνει όλη του τη φιλοσοφία: αγάπη χωρίς εξιδανίκευση, πίστη χωρίς τύφλωση.
Ο διανοούμενος που μάλωνε με τον παπά του
Όταν πέθανε, στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, από καρκίνο, οι αδελφοί του —παρά το ότι ο ίδιος ήταν άθεος— αποφάσισαν να του κάνουν θρησκευτική κηδεία. Τον επικήδειο εκφώνησε ο πατέρας Γεώργιος Μεταλληνός, με τον οποίο ο Ραφαηλίδης είχε συχνά συγκρουστεί στα τηλεοπτικά παράθυρα. Μια τελευταία ειρωνεία, αντάξια του χιούμορ του ίδιου του Ραφαηλίδη.
Η Ελλάδα τον αποχαιρέτησε με τρόπο τυπικό — αλλά εκείνος, αν μπορούσε, θα είχε γράψει και για τη δική του κηδεία ένα πικρόχολο, ευφυές σχόλιο για την υποκρισία του κόσμου.
Η Ελλάδα, όχι ως μύθος, αλλά ως ιδέα
Σε άρθρο του στο Έθνος της Κυριακής είχε γράψει: “Οι αρχαίοι Έλληνες μεγαλούργησαν χάρη στην ανεκτικότητά τους απέναντι σε όλους αυτούς που έρχονταν και εγκαθίσταντο στις ελληνικές πόλεις. Η Ελλάδα ήταν πάντα μια χοάνη συγκερασμού εθνοτήτων και λαοτήτων. Πριν απ’ όλα, είναι μια πολιτιστική παγκόσμια έννοια – όχι θεωρία ‘ανωτέρας φυλής και περιουσίου έθνους’.”
Ίσως σε αυτή τη φράση να βρίσκεται η ουσία του Ραφαηλίδη. Οραματιζόταν μια Ελλάδα χωρίς σύνορα στο πνεύμα και στη σκέψη. Μια πατρίδα της κουλτούρας, όχι της ρητορικής.
Η παρακαταθήκη
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης άφησε πίσω του ένα έργο που ξεπερνά τη δημοσιογραφία και αγγίζει τη φιλοσοφία. Από τα Κινηματογραφικά Θέματα και τα 12 μαθήματα για τον κινηματογράφο μέχρι τα πολιτικά και ιστορικά του δοκίμια (Καπιταλισμός: Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας, Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου, Η μυθική ιστορία των Εβραίων), το πνεύμα του παραμένει ελεύθερο, τολμηρό και διαυγές.
Δεν έγραψε ποτέ για να γίνει αποδεκτός· έγραψε για να ταράξει τα νερά. Και αυτό ακριβώς έκανε. Γι’ αυτό και, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν μπορούμε να τον διαβάζουμε “ουδέτερα”. Ο Ραφαηλίδης σε υποχρεώνει να πάρεις θέση. Να σκεφτείς. Να θυμώσεις. Να γελάσεις. Μα ποτέ να μείνεις αδιάφορος.
Γίνομαστε λίγο εξυπνότεροι (ή έτσι νιώθουμε) κάθε φορά που διαβάζουμε τα βιβλία του, αλλά σίγουρα κάθε σελίδα του βάζει ένα φωτεινό λιθαράκι στο μυαλό μας ακόμη και στα σημεία που διαφωνούμε έντονα μαζί του.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη δικαίωση για έναν διανοούμενο: να συνεχίζει να διαπαιδαγωγεί, να εμπλουτίζει πνευματικά, να προβληματίζει και ενίοτε να ενοχλεί ακόμα κι όταν δεν είναι πια εδώ.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν ήταν απλώς ένας δημοσιογράφος, αλλά ένας σπουδαίος διανοούμενος που αν συναντηθείς μαζί του (μέσα από βιβλία ή κείμενα του) δεν θα είσαι ποτέ ξανά ο ίδιος.
Ενδεικτικά κάποια βιβλία από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα:
12 μαθήματα για τον κινηματογράφο (1982, Αιγόκερως)
Λεξικό ταινιών (1982, Αιγόκερως)
Κείμενα για τον Μαρξ (1983)
Φιλμοκατασκευή (1984, Αιγόκερως)
Κινηματογραφικά Θέματα (6 τόμοι, 1985, Αιγόκερως)
Έλληνες και Νεοέλληνες (1988)
Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου (1989, Αιγόκερως)
Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας (1990, Αιγόκερως)
Καπιταλισμός: Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας (1991, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο (αυτοβιογραφικό, 1992, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) Στοιχειώδης αισθητική (1992, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974 (1993, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Οι λαοί των Βαλκανίων (1994, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
20 κείμενα για 127 αιρέσεις (1995, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ελληνικός κινηματογράφος, κριτική (1995)
Μυθ-ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων (1995, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι (1996, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Λαοί της Ευρώπης (1996, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Το βλέμμα του ποιητή (1996, Αιγόκερως)
Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα (1997, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου) 21 κείμενα για τη Μαλβίνα (1998, Ποντίκι)
Λαοί της Μέσης Ανατολής (1998, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού (1999, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Πέρα από τον κινηματογράφο (Α΄ τόμος, 1999, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Πέρα από τον κινηματογράφο (Β΄ τόμος, 2003, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Άραβες (2003, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ταξίδι στο μύθο διά της ιστορίας και στην ιστορία διά του μύθου (2003, Αιγόκερως)
Η μυθική ιστορία των Εβραίων (2005, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Νεοελληνική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (2010, εκδόσεις του Εικοστού
Πρώτου, πρώτη δημοσίευση ως σειρά άρθρων στο “Έθνος της Κυριακής” το 1989)




