Text follows in English

Η ανάρτηση του Φοίβου Δεληβοριά….σαν ποιήμα, σαν τραγούδι:
«Αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά, δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις». Γιατί μπορεί να προετοιμαζόμουν καιρό γι’ αυτή την αναχώρηση -τις τελευταίες μέρες κιόλας την αισθανόμουν κάτω από κάθε βήμα που άκουγα- να όμως που ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Κάθομαι, λοιπόν -με την καρδιά μου να «αιμορραγεί σαν τον ουρανό»- να βγάλω λίγο από το χρέος, να αγγίξω λίγη από την ομορφιά, να νιώσω κάτι απ’ την πληγή, ν’ αφουγκραστώ λιγάκι απ’ την μεγάλη γιορτή που σε τόσα τραγούδια του ονειρεύτηκε. Αυτήν που «ο Όλιβερ Τουίστ και ο Αδόλφος», «ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ και ένας hippie», «η Παρθένα και ο Σατανάς» «πίνουν από το ίδιο το ποτήρι» και «πετούν αγκαλιασμένοι μακριά».
Ο Σαββόπουλος μας περιείχε όλους. Είπε ένα τραγούδι για τον καθέναν από μας. Αν αισθάνθηκαν κάποιοι άνθρωποι προδομένοι από κείνον, ήταν επειδή ήταν τόσο σίγουροι ότι τραγουδάει για κείνους μόνο –και, έκπληκτοι, την επόμενη μέρα, ανακάλυπταν πως το επόμενο τραγούδι του μιλούσε και για τον διπλανό τους, τον αντίθετό τους.
Παρέες παιδιών του 114, παρέες ροκάδων, γενναίοι του αντιδικτατορικού αγώνα, αριστεροί και πληγωμένοι απ’ την αριστερά, ιερείς, αποσυνάγωγοι του ’70 και φλώροι του ‘90, όλοι λίγο-πολύ (χώρια όμως ο ένας απ’ τον άλλον) περπάτησαν μια νύχτα μέχρι το ξημέρωμα, αναλύοντας κάποιον στίχο του, ταυτιζόμενοι ή διαφωνώντας με μιαν επιλογή του, αγγίζοντας για μια στιγμή το νόημα που πάντα υποψιάζονταν από μικροί, εκείνος όμως τους το είχε κάνει τόσο άμεσο.
Γιατί τι πιο άμεσο απ’ το «Φορτηγό», το «Περιβόλι», το «Βρώμικο Ψωμί», τους «Αχαρνής» και τη «Ρεζέρβα» και τα «Τραπεζάκια»; Όλα πράγματα σύνθετα και απρόσιτα, δύσκολα σαν τον τραυλό στον «Μπάλλο», σαν το «παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει» στο «Μυστικό Τοπίο», σαν τα ανάποδα φλάουτα στην «Μαύρη Θάλασσα», σαν τα ακόρντα και τα στοιχειωμένα στιχουργικά μέτρα στο «Μακρύ Ζεϊμπέκικο». Κι όμως, όλα να χτυπάνε κατ’ ευθείαν κέντρο. Ποιητικό κέντρο, μουσικό κέντρο, φιλοσοφικό, πνευματικό. Ανθρώπινο και πέρα από τον άνθρωπο.
Ένα ιερό αμφίβιο είναι το έργο του Σαββόπουλου, κάτι που ακουμπούσε και στην εδώ ζωή και στην επέκεινα. Κι αυτός ένας κανονικός τρελός, ο πιο τρελός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ, ένας απρόσιτος με μάτια που δεν έβλεπαν εδώ, έτοιμος κάθε στιγμή να καταστρέψει τη ζωή, να τη ρεζιλέψει και να τη χάσει μέσα από τα χέρια του, για να τη λατρέψει το ίδιο βράδυ στη σκηνή, με ένα δόσιμο ακαταμάχητης τρυφερότητας και πάθους.
Είχα την περίεργη τύχη, 15χρονος, να δω την απόλυτη, σκληρή απογύμνωση και διαπόμπευσή του στο «Κούρεμα» στο ΖΟΟΜ της Πλάκας. Κόσμος ελάχιστος, ορκισμένων πρώην θαυμαστών του, που του πετούσε δεκάρικα και τον έβριζε, ενώ εκείνος, κουρεμένος, με μια εικόνα μέσου ανθρώπου περιέργως αποκρουστική στο ερωτευμένο με την τέχνη του ασυνείδητό μας, τραγουδούσε το «Εμείς του ‘60» και τους «Κωλοέλληνες» και έβαζε την Αρβανιτάκη με δυο όργανα να λέει αμέσως μετά το «Γεννήθηκα για να πονώ και για να τυραννιέμαι».
Εκεί τον αγάπησα ακόμα πιο πολύ, δεν αισθάνθηκα καμιά «προδοσία» στην συμπεριφορά του. Αντίθετα, αισθάνθηκα μιαν αποτρόπαιη τιμιότητα. Έδειχνε στους ανθρώπους του ποιος ήταν και ποιος είχε γίνει, ποιοι ήταν στο όνειρό τους και ποιοι ήταν στον καθρέφτη τους. Και δεν ήταν καθόλου ωραίο αυτό. Κυρίως γιατί μέσα στην βίαιη αυτή πράξη τα τραγούδια του είχαν γίνει λίγο σα δηλώσεις, σαν εκθέσεις ιδεών, μέσα σε όλα όσα είχε «κουρέψει» ήταν η ποιητική του απόλυτη ελευθερία.
Κι όμως και μέσα στο ύστερο έργο του, αυτό που έπεται του περίεργου αυτού «αποχαιρετισμού» στον νεανικό εαυτό του, υπάρχουν στιγμές που δεν γίνεται να συγκριθούν με τίποτε άλλο, κανενός άλλου. Η πρόζα στον «Μονομάχο», το «Φως στις 10 το πρωί» , ο «Χρονοποιός». Καθαρόαιμα, ουρανοπρεπή αριστουργήματα. Και φυσικά, καθόλου αταίριαστα με τη θυσία του.
Από μιαν άλλη «ευλογία που αγνοώ» τον έζησα πολύ κι από κοντά. Δουλέψαμε μαζί ολόκληρες σεζόν, μικρός συνοδοιπόρος του εγώ το ’96 στη «Σφεντόνα» και στην καλοκαιρινή του περιοδεία, καλεσμένος μου κι αυτός 3 σεζόν στην «Ταράτσα». Την 2η μάλιστα σεζόν του έδωσα τον χώρο για 6 Δευτέρες για να κάνει ό,τι πιο δικό του ήθελε. Μου λέει «Θα κάνω ό,τι πιο δικό μου: θα πω τραγούδια άλλων. Πάντα ήθελα να ήμουνα οι άλλοι. Ήταν όπως εγώ, αλλά ωραίοι». Κι έκανε ένα πρόγραμμα πραγματικά συγκινητικό, όπου τραγούδησε από Μάρκο σε Μίκη κι από Κραουνάκη σε Μάλαμα και Παπακωνσταντίνου με μια δική του, βραχνιασμένη παιδικότητα. «Όλα εκείνα που αγαπώ ειν’ αλλονών κι αλλιώς φαντάζουν».
Κι όμως , εμείς που γράψαμε ύστερα απ’ αυτόν, μάθαμε ότι είμαστε οι εαυτοί μας μέσα απ’ τα δικά του τραγούδια. Ήταν σαν κι αυτούς τους gamers που έχουνε φτάσει το παιχνίδι ως το τέλος και συναντάς τα χνάρια τους σε κάθε πίστα, και τους ρωτάς κάθε φορά πώς τα κατάφεραν. Όταν τον ρωτούσα, γινόταν ξαφνικά παιδί. Ήθελε, αίφνης, να μου τα χαρίσει όλα. Και πιστεύω το ίδιο θα έζησαν κι ένα σωρό «νεοι κανταδόροι», όπως υπέροχα αποκαλούσε τους νεαρούς συντρόφους του στους «Αχαρνής».
Διαφώνησα μαζί του; Μα φυσικά, πολλές φορές, όπως με όλους τους ανθρώπους που αγάπησα. Πολλά πράγματα στα οποία εκείνος έβλεπε μια ελπίδα, εγώ τα έβρισκα δυσοίωνα, κουμπωνόμουν. Δεν διανοήθηκα, όμως, ποτέ να τον κανιβαλίσω. Γιατί ήταν μια ιδιοφυία, ένας αληθινός καλλιτέχνης που έλεγε τη γνώμη του, πληρώνοντας το κόστος με τον ίδιο του τον θρόνο. Και γιατί το έργο του, το φωτεινό του έργο, δεν ήταν και δεν είναι μια εφήμερη γνώμη, δικιά του ή δικιά μας. Ήταν βγαλμένο απ’ το αίμα της καρδιάς, απ’ τον «ουρανό που αιμορραγεί» και «μας αθωώνει».
Έτυχε πριν δυο μέρες να αναρτήσω εδώ ένα κείμενο για τα 100χρονα του Μάνου Χατζιδάκι. Να, λοιπόν, που ο πανδαμάτωρ χρόνος με κάνει να αναρτώ δίπλα του ακριβώς ένα κείμενο για κείνον. Και είναι τόσο ωραία ταιριαστό να τους βλέπω ξανά δίπλα-δίπλα, τον έναν πλάϊ στον άλλον, όπως τους είδα κάποτε και ζωντανά. Και αυτή η κοινή ζωή που ένωσε κι εμένανε κι εσάς μ’αυτούς τους δύο και μ’όλους τους άλλους κρίκους της «χρυσής αλυσίδας» της μεταπολεμικής Ελλάδας, είναι αυτή που θα μου δώσει καύσιμα και για την υπόλοιπη ζωή, με τα σκοτάδια που μας κυκλώνουν, αυτά της ύπαρξης κι αυτά του πλανήτη, που ξεφορτώνεται τόσο εύκολα ό,τι τον έκανε για λίγο φωτεινό. Κι όμως, για να δανειστώ ξανά τα δικά του λόγια, «θα βρεθούμε κάποτε ξανά, με τα ίδια αυτά σώματα, με τα ίδια χαμόγελα», στο ίδιο τραπέζι, στο ίδιο περιβόλι. Και ο Διονύσης θα μας περιμένει εκεί, λυτρωμένος από τα βάρη της αρρώστιας μας, να «σμίξει παλιές κι αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντός μας».
Γεια σου, ακριβέ κι αγαπημένε μου. Θα σου χρωστώ για πάντα όλο τον εαυτό μου –κι αυτόν που λέω πως έχω κι εκείνον που δεν ξέρω ακόμα.
Foivos Delivorias’ post — like a poem, like a song:
“Tonight my heart is heavy; there isn’t a single word you can give me.”
Because even though I had been preparing for this departure for a long time — I could feel it beneath every step I heard these past few days — here I am, completely unprepared. So I sit — with my heart “bleeding like the sky” — trying to repay a small part of my debt, to touch a little of the beauty, to feel a fragment of the wound, to listen, if only faintly, to the great celebration he dreamed of in so many of his songs. The one where “Oliver Twist and Adolf,” “the Marquis de Sade and a hippie,” “the Virgin and Satan” drink from the same cup and fly away together, embraced.”
Savvopoulos contained us all. He wrote a song for each one of us. And if some people felt betrayed by him, it was only because they were so certain he sang for them alone — and were surprised, the next day, to find that his new song spoke just as much to the person beside them, even to their opposite.
Groups of the 114 youth, rock bands, brave souls of the anti-dictatorship struggle, leftists and those wounded by the Left, priests, outcasts of the ’70s and posers of the ’90s — all, in their own way (though apart from one another), walked through the night till dawn, analyzing one of his lyrics, identifying or disagreeing with one of his choices, reaching for a moment the meaning they had always suspected since childhood — a meaning he made immediate and tangible.
For what could be more direct than “To Fortigo” (The Truck), “To Perivoli tou Trelou” (The Madman’s Garden), “Vromiko Psomi” (Dirty Bread), “Acharneis”, “Rezerva” and “Trapezaki Exo”? Works complex and unreachable, difficult like the stutterer in “Ballos”, like “the delirium of your country that grows” in “Mysticko Topio”, like the inverted flutes in “Mavri Thalassa”, like the haunted chords and lyric meters of “Makry Zeibekiko.” And yet, they all struck straight to the center — poetic, musical, philosophical, spiritual. Human — and beyond human.
Savvopoulos’ work is a sacred amphibian — touching both this life and the next. And he himself, a true madman — the maddest person I ever met — with eyes that didn’t see the here and now, ready at any moment to destroy his life, to disgrace it, to lose it through his fingers, only to adore it again that same night on stage, with an irresistible tenderness and passion.
I had the strange fortune, at fifteen, to witness his total exposure and public humiliation during “To Kourema” (The Haircut) at ZOOM in Plaka. A handful of people — sworn former fans — throwing coins at him and cursing, while he, shaven, looking uncannily like an ordinary man, disturbingly unromantic to our art-obsessed subconscious, sang “We of the ’60s” and “Bloody Greeks”, then had Arvanitaki sing “I Was Born to Suffer” with two instruments.
That night, I loved him even more. I felt no sense of “betrayal” in his behavior — only a terrible honesty. He showed his people who he was and who he had become; who they were in their dream and who they were in their mirror. And it was not beautiful. Mainly because, in that violent act, his songs had become something like statements — essays — and among the things he had “shaved off” was his absolute poetic freedom.
And yet, even in his later work — that which followed this strange “farewell” to his youthful self — there are moments incomparable to anything else. The monologue in “Monomachos” (The Gladiator), “Light at 10 a.m.”, “Chronopoios” (The Time-Maker). Pure, sky-born masterpieces. And of course, perfectly in tune with his sacrifice.
By another “blessing I do not know,” I lived close to him. We worked together for entire seasons — I was a young companion in ’96 at Sphentona and on his summer tour; later, he was my guest for three seasons on Taratsa. During the second season, I gave him the stage for six Mondays to do whatever he wanted. He said: “I’ll do what’s most truly mine: I’ll sing others’ songs. I always wanted to be the others. They were like me — only beautiful.” And he did a deeply moving program, singing everything from Markos to Mikis, from Kraounakis to Malamas and Papakonstantinou, with a hoarse childlike voice. “All the things I love belong to others — and they look different.”
Yet we, who wrote after him, learned to be ourselves through his songs. He was like those gamers who have reached the end of the game, and you follow their traces through every level, asking them each time how they did it. When I asked him, he would suddenly turn into a child — eager to give me everything. And I believe many other “new troubadours,” as he beautifully called his young companions in Acharneis, felt the same.
Did I disagree with him? Of course — many times, as with everyone I’ve ever loved. Many things he saw hope in, I found ominous — they made me uneasy. But I never once thought of tearing him down. Because he was a genius — a true artist who spoke his mind, paying the price with his own throne. And because his work — his luminous body of work — was never a passing opinion, his or ours. It was drawn from the blood of the heart, from “the sky that bleeds and absolves us.”
Just two days ago, I posted a text here about the 100th anniversary of Manos Hadjidakis. And now, time — that relentless master — makes me post another, right beside it, about him. And how fitting it is to see them side by side again, as I once saw them alive. That shared life which bound me and you to these two — and to all the other links in the “golden chain” of postwar Greece — will be my fuel for the rest of my life, through the darkness that surrounds us: the darkness of existence and of a planet so quick to discard whatever made it shine, even for a while.
And yet — to borrow his own words once more — “we shall meet again someday, with these very bodies, with these same smiles,” at the same table, in the same garden. And Dionysis will be waiting there — freed from the burden of our illness — to “merge old and blazing paths with the rock of our future.”
Farewell, my precious and beloved one. I will forever owe you all of myself — both the one I say I have, and the one I have yet to know.

