Text Follows in English
Текст следует на русском языке
Τι αναφέρει ο Καθηγητής του ΤΕΠΑΚ Δημήτρης Τσάλτας
Σοβαρές και αρνητικές είναι οι επιπτώσεις στην ποιότητα του αέρα αλλά και του εδάφους, οι οποίες αλυσιδωτά θα μεταφερθούν και στην τροφική αλυσίδα, από την τεράστια πυρκαγιά που έπληξε την ορεινή και ημιορεινή Λεμεσό.
Όπως δήλωσε, μιλώντας στο ΚΥΠΕ, ο Καθηγητής του ΤΕΠΑΚ και Πρόεδρος του Τμήματος Γεωπονικών Επιστημών, Βιοτεχνολογίας και Επιστημών Τροφίμων Δημήτρης Τσάλτας, εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις στο περιβάλλον από τη μεγάλη πυρκαγιά, θα υπάρξουν και επιπτώσεις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες που θα επηρεάσουν αρνητικά την υγεία των ανθρώπων, την ποιότητα των τροφίμων αλλά και την αγροτική οικονομία.
Στις δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, κληθείς αρχικά να σχολιάσει την έκταση που πήρε η πυρκαγιά, ο κ. Τσάλτας είπε αρχικά πως είναι χρόνια τα προβλήματα που μας ταλανίζουν και που θα πρέπει να να βρούμε επιτέλους κάποιες λύσεις για το πόσο πως αντιδρούμε σε τέτοιες καταστροφές και πώς προσπαθούμε να τις μειώσουμε όσο το δυνατόν τις επιπτώσεις και κυρίως πώς να ελέγξουμε την πυρκαγιά άμεσα και αποτελεσματικά.
Όσον αφορά την επίπτωση στο περιβάλλον από την τεράστια πυρκαγιά, ο κ. Τσάλτας αναφέρθηκε αρχικά, πέραν από την καταστροφή των εκτάσεων δάσους και καλλιεργειών, στην ποιότητα του αέρα.
Όπως είπε, ο καπνός και η αιθάλη, η οποία υπήρξε στην ατμόσφαιρα είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, καθώς σε συνδυασμό με τους πολύ δυνατούς ανέμους, και τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες, δημιουργούν μια πολύ δύσκολη κατάσταση για ανθρώπους, ζώα αλλά και φυτά.
Ερωτηθείς για πόσο θα διαρκέσει αυτό το επιβαρυντικό φορτίο στον αέρα και πόσο καιρό θα μείνουν στον αέρα οι επικίνδυνες ουσίες, ο κ. Τσάλτας είπε πως θα μείνουν για αρκετά μεγάλο διάστημα και ο λόγος είναι ότι ουσιαστικά μιλάμε για πολύ μικρά και πολύ ελαφριά σωματίδια, τα οποία ναι μεν αν σταματήσει ο αέρας πέφτουν στο έδαφος, αλλά τα μπορούνε το αμέσως επόμενο διάστημα, κάθε φορά που έχουμε τέτοιες συνθήκες δυνατού ανέμου να ξανασηκωθούν στην ατμόσφαιρα από το έδαφος.
Ερωτηθείς ποια είναι η επικινδυνότητα στον ανθρώπινο οργανισμών αυτών των σωματιδίων, ο Καθηγητής του ΤΕΠΑΚ είπε πως είναι αρκετά μεγάλη.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν μιλάμε για σκόνη, μιλάμε για καμένα υλικά από πολλές διαφορετικές πηγές, δηλαδή δεν είναι μόνο τα καμένα φυτά που είναι στην ατμόσφαιρα, αλλά έχουμε πόσες άλλες ουσίες τεχνητές οι περισσότερες από αυτές, όπως πλαστικά, σκουπίδια, καλώδια, συσκευές και τα πάντα που πέταξε ο άνθρωπος και βρέθηκαν στο δρόμο της φωτιάς. Άρα όλα αυτά θα τα εισπνεύσουμε και έχουν μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας σαν χημικές ουσίες καθώς έχουν πλέον περάσει σε μία άλλη μορφή μετά την καύση τους, που επίσης είναι πολύ επικίνδυνη.
Σε ερώτηση για το χρονικό διάστημα που θα χρειαστεί για να αποκατασταθεί όλη αυτή η ζημιά στο περιβάλλον, ο κ. Τσάλτας είπε πως αν μιλούμε για τη βλάστηση, παίρνει χρόνο καθώς έχουμε επιπρόσθετα και το πρόβλημα της ανομβρίας αυτή τη στιγμή, η οποία μας πλήττει για χρόνια.
«Είναι δυσοίωνες οι προβλέψεις αν ο επόμενος χειμώνας θα είναι και πάλι χωρίς νερό, τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα, και συνεπώς θα είναι και δύσκολα και για την επάνοδο της της φύσης», είπε και εξήγησε ωστόσο πως η επάνοδος της φύσης δεν είναι κάτι σταθερό, καθώς κάθε φυτό και κάθε τύπος φυτού έχει τον δικό του χρόνο επανάκαμψης.
«Βέβαια, κάθε φορά που γίνεται μια πυρκαγιά είναι και το πώς εμείς θα χειριστούμε το περιβάλλον και τις περιοχές που κάηκαν, γιατί το να αφήσεις να επανακάμψει η φύση σε μια άτακτη και άγρια μορφή δεν είναι πάντα και το καλύτερο», είπε και σημείωσε πως είναι και μία ευκαιρία να παρέμβει με τη θετική έννοια, στην φύση.
Όπως εξήγησε στη συνέχεια, αναλύοντας το θέμα της παρέμβασης, πως οι περιοχές που κάηκαν αποτελούν τα παραδοσιακά αμπελοτόπια της Κύπρου, και η εγκατάλειψη -σε μεγάλο βαθμό- των τελευταίων χρόνων της καλλιέργειας των αμπελώνων ίσως ήταν και ένας από τους λόγους που επιδεινώθηκε αυτή η πυρκαγιά.
Πρόσθεσε πως πολλοί αμπελώνες της περιοχής εγκαταλείφθηκαν και ερημώθηκαν τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα από τη δεκαετία του ’90 όταν τα σχέδια που υπήρχαν δεν αναδιαρθρώθηκαν. Ως αποτέλεσμα, συνέχισε, πολλοί από τους αμπελώνες να μετατραπούν σε χωράφια με άγρια βλάστηση.
Όπως είπε ο κ. Τσάλτας, οι αμπελώνες σταματούν την πυρκαγιά και είναι χαρακτηριστική η συμπεριφορά τους μέσα στη φωτιά τόσο γιατί δεν μένουν χόρτα πολλά στο έδαφος αλλά και λόγω της χαμηλής τους βλάστησης της, μη εύφλεκτης σχετικά ύλης τους.
Ερωτηθείς για τις επιπτώσεις της πυρκαγιάς στα γεωργικά προϊόντα και κατ’ επέκταση στα τρόφιμα, ο κ. Τσάλτας είπε πως πρώτα από όλα ο πρωτογενής τομέας υφίσταται μεγάλες καταστροφές. Όπως σημείωσε, στις περιοχές που κάηκαν υπήρχε ένα μεγάλο μέρος της γεωργικής παραγωγής της χώρας και ειδικά της αμπελοκαλλιέργειας, κάτι που θα επηρεάσει την παραγωγή κρασιών και άλλων παραγόμενων προϊόντων. Επεσήμανε, ωστόσο, πως ακόμη δεν έχει γίνει η καταγραφεί των ζημιών καθώς ακόμη υπάρχουν ανοικτά μέτωπα.
Ο κ. Τσάλτας είπε πως εκτός από τους αμπελώνες της περιοχής, κάηκαν και πολλές άλλες καλλιέργειες όπως πυρηνόκαρπα.
Πρόσθεσε πως τα προϊόντα αυτά και ό,τι διασώθηκε από τη φωτιά έχει επάνω του τα επιβαρυντικά, για την υγεία, στοιχεία της στάχτης της φωτιάς, τα οποία παράλληλα θα μολύνουν και το έδαφος.
Η καύση δίνει στις ουσίες μια άλλη μορφή, ακόμα πιο ρυπογόνα για το έδαφος, καθώς άλλο είναι η επιβάρυνση του εδάφους από τα πλαστικά ως πλαστικά και άλλο από τα καμένα πλαστικά.
Σημείωσε πως περισσότερο είναι μακροπρόθεσμες οι επιπτώσεις στην υγεία του εδάφους και κατά συνέπεια στην υγεία του ανθρώπου και των ζώων που καταναλώνουν τα προϊόντα που παράγονται στο μολυσμένο έδαφος. Ανέφερε, ακόμη, πως αρνητικά επηρεάζονται και θα επηρεαστούν και οι κτηνοτροφικές αλλά και οι γαλακτοκομικές μονάδες.
Κληθείς να δώσει ένα τελικό απολογισμό για την όλη καταστροφή στην αγροτική οικονομία, ο κ. Τσάλτας είπε πως δυστυχώς, είναι πολύ μεγάλες οι ζημιές και συνέπειες που θα υπάρξουν, ωστόσο, συνέχισε, αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια.
Είπε πως ένα σημαντικό καμπανάκι που έχει κτυπήσει από τη φωτιά είναι και η ανάγκη για συλλογή επιστημονικών στοιχείων που θα βοηθήσουν στην καλύτερη ανταπόκριση σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Από την άλλη, είπε, η ανάγκη για δυνατό γεωργικό τομέα, λειτουργεί προστατευτικά και αποτρεπτικά για τις πυρκαγιές.
«Θέλεις ενεργό κόσμο, δραστήριο κόσμο, νέο κόσμο στη γεωργία καθώς αυτοί είναι που θα παρέμβουν πρώτα στη φωτιά, αυτοί είναι που θα νοιαστούν», είπε.
Serious Impact on Environment, Health, and Food from the Wildfire
What Professor Dimitris Tsaltas of CUT Says
The wildfire that ravaged mountainous and semi-mountainous areas of Limassol has caused severe and negative impacts on air and soil quality, which will subsequently affect the food chain, according to Professor Dimitris Tsaltas, Head of the Department of Agricultural Sciences, Biotechnology and Food Science at the Cyprus University of Technology (CUT).
Speaking to CNA, Professor Tsaltas emphasized that beyond the immediate environmental damage, there will also be medium- and long-term consequences that will negatively impact human health, food quality, and the agricultural economy.
Commenting on the extent of the wildfire, Professor Tsaltas said the underlying issues are longstanding, and there is a pressing need to rethink how we respond to such disasters, how we mitigate their impacts, and, crucially, how we can control fires promptly and effectively.
Regarding environmental consequences, he highlighted not only the destruction of forests and crops but also the significant air pollution. Smoke and soot, combined with strong winds and extreme heat, created hazardous conditions for people, animals, and plants.
When asked how long these harmful particles would remain in the air, Professor Tsaltas said they would persist for quite a while due to their extremely small and lightweight nature. Even after settling, they can be lifted back into the air during windy conditions.
As for their danger to human health, he stressed that these are not merely dust particles but burnt materials from various sources—plants, plastics, waste, wires, and other human-made items—which have transformed into toxic substances due to combustion.
Regarding environmental recovery, especially vegetation, he noted that it takes time, especially given ongoing drought conditions. He added that nature’s recovery varies by plant species and type, and emphasized that leaving burned areas to recover without planning may not be ideal. Instead, it’s a chance for positive human intervention.
He also pointed out that many of the affected areas were traditional vineyard zones. The abandonment of vineyards since the 1990s—when agricultural plans were not restructured—may have worsened the fire’s spread. Vineyards act as natural firebreaks due to their sparse vegetation and relatively low flammability.
On the agricultural and food impact, Tsaltas said the primary sector suffered massive damage. Many areas of agricultural production, especially vineyards, were affected, which will influence wine and other products. A full damage assessment is pending as the fire is still ongoing.
He noted that besides vineyards, stone fruit orchards and other crops were also destroyed. Whatever produce survived is likely contaminated by toxic ash, which will also pollute the soil.
Burnt materials pose even more danger to soil health than their original form—e.g., burnt plastic is more harmful than intact plastic.
The long-term consequences affect soil health, and thus human and animal health through the food produced there. Livestock and dairy farms are also expected to suffer adverse effects.
When asked for a final assessment, Professor Tsaltas said the damage to the rural economy is extensive, though an accurate estimation cannot yet be made.
He emphasized the need for scientific data collection to better prepare for future wildfires, and also pointed out that a strong agricultural sector is a form of protection against such disasters. “We need active, engaged, young people in agriculture—they are the ones who will care, who will act first,” he concluded.
Серьезные последствия для окружающей среды, здоровья и продуктов питания из-за пожара
Что говорит профессор Кипрского технологического университета Димитрис Цалтас
Огромный пожар, охвативший горные и предгорные районы Лимассола, оказывает серьезное и негативное влияние на качество воздуха и почвы, что в свою очередь отразится на пищевой цепочке. Об этом сообщил профессор Кипрского технологического университета (ΤЕПАК), заведующий кафедрой аграрных наук, биотехнологии и пищевых технологий Димитрис Цалтас в интервью КИПЭ.
По его словам, помимо немедленного воздействия на окружающую среду, ожидаются также средне- и долгосрочные последствия, которые негативно повлияют на здоровье человека, качество продуктов питания и сельскохозяйственную экономику.
Комментируя масштабы пожара, профессор отметил, что проблемы, с которыми мы сталкиваемся, существуют уже много лет, и настало время пересмотреть, как мы реагируем на такие катастрофы, как минимизируем ущерб и как можно быстрее и эффективнее боремся с огнем.
Говоря об экологическом ущербе, он подчеркнул не только уничтожение лесов и сельскохозяйственных угодий, но и сильное загрязнение воздуха. Дым и сажа в сочетании с сильными ветрами и высокой температурой создают опасную обстановку для людей, животных и растений.
На вопрос, как долго вредные вещества будут находиться в воздухе, профессор ответил, что частицы очень мелкие и легкие, и могут снова подниматься в атмосферу при ветре, даже если уже осели на землю.
Говоря об их вреде для здоровья, он подчеркнул, что это не просто пыль, а продукты горения различных материалов — растений, пластика, мусора, кабелей и других искусственных предметов, выброшенных человеком. После сгорания они приобрели новую, еще более токсичную форму.
О восстановлении окружающей среды он сказал, что для возобновления растительности потребуется время, особенно в условиях засухи. При этом восстановление природы — не однородный процесс: у каждого растения свой ритм. Он отметил, что не всегда полезно просто оставить природу восстанавливаться «дико», и это может быть возможностью для положительного вмешательства человека.
Профессор также напомнил, что пострадавшие районы — традиционные виноградники Кипра. Массовое их заброшение, особенно с 1990-х годов, могло способствовать распространению огня. Виноградники, по его словам, способны сдерживать пожар, так как на земле мало травы, а их зелень не так легко воспламеняется.
Относительно влияния на сельское хозяйство и пищевые продукты, Цалтас отметил, что аграрный сектор понес огромные убытки. Пострадали виноградники, от чего пострадает производство вина и других продуктов. Полный учет ущерба пока невозможен из-за продолжающегося пожара.
Кроме виноградников, сгорели и другие культуры, такие как косточковые фрукты. Оставшиеся продукты загрязнены золой, что вредно для здоровья и почвы. Сгоревшие материалы более опасны для почвы, чем их исходные формы — например, сгоревший пластик вреднее обычного.
Долгосрочные последствия касаются здоровья почвы и, соответственно, здоровья людей и животных, потребляющих продукты с этой земли. Пострадают также животноводческие и молочные хозяйства.
На завершающий вопрос о масштабах ущерба для сельского хозяйства, профессор ответил, что ущерб очень велик, но его точный размер пока невозможно оценить.
Он подчеркнул необходимость сбора научных данных для улучшения подготовки к таким катастрофам в будущем. Кроме того, по его словам, сильный аграрный сектор может служить защитой от пожаров. «Нужны активные, энергичные, молодые люди в сельском хозяйстве — именно они будут первыми, кто вмешается и проявит заботу», — заключил он.


