Text follow in English

Ο μεγάλος έρωτας ως άλλοθι της απελπισίας….
«Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, έναν μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας», έγραψε κάποτε ο Αλμπέρ Καμύ, ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας που γεννήθηκε το 1913 στην Αλγερία. Δημιουργός του Théâtre du Travail, σκηνοθέτης, ηθοποιός και διασκευαστής έργων, αλλά κυρίως ένας στοχαστής που χάρισε στην παγκόσμια λογοτεχνία αριστουργήματα όπως Ο Ξένος και Η Πανούκλα. Στο θέατρο μας έδωσε τον Καλιγούλα και Οι Δίκαιοι, ενώ στα φιλοσοφικά του δοκίμια, όπως Ο Μύθος του Σίσυφου και Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος, ξεδίπλωσε την προβληματική του για το παράλογο και την ανθρώπινη εξέγερση. Αν και συχνά εντάχθηκε στους υπαρξιστές, ο ίδιος αρνιόταν αυτή την ταμπέλα. Η ζωή του κόπηκε απότομα το 1960 σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, αφήνοντας πίσω του λέξεις που ακόμη σπινθηρίζουν στη σκέψη.
Το συγκεκριμένο απόφθεγμα είναι ένα από εκείνα που, ενώ μοιάζουν απλά, κρύβουν μέσα τους ένα σύμπαν νοημάτων. Για τον Καμύ, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική κατάσταση· είναι μια υπαρξιακή άγκυρα. Μέσα στη δίνη της καθημερινής ζωής, στις σιωπηλές ώρες που το βάρος της ματαιότητας πέφτει στους ώμους μας, υπάρχει η ανάγκη ενός μεγάλου πάθους που να μπορεί να δικαιολογεί την αόρατη, και πολλές φορές αδικαιολόγητη, θλίψη που όλοι κουβαλάμε.
Στις «αδικαιολόγητες απελπισίες» που αναφέρει ο Καμύ, δεν υπάρχει λογική. Δεν μιλούμε για την θλίψη που πηγάζει από συγκεκριμένα γεγονότα, μα για εκείνη την υπόγεια μελαγχολία που έρχεται χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Είναι το συναίσθημα που μας βρίσκει ξαφνικά ένα απόγευμα, ενώ όλα γύρω μας φαίνονται τακτοποιημένα. Εκείνες τις στιγμές, ο μεγάλος έρωτας λειτουργεί σαν φως που τρυπά την ομίχλη.
Ο Καμύ πίστευε στο «παράλογο» της ζωής, στη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και στην αδιάφορη σιωπή του σύμπαντος. Μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, ο έρωτας παίρνει μια ιδιαίτερη θέση: δεν απαντά στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα, αλλά δίνει στην ψυχή ένα καταφύγιο. Είναι ένας τρόπος να πεις στον εαυτό σου: «Ναι, όλα μπορεί να είναι άναρχα και ασυνάρτητα, αλλά εγώ έχω κάτι που καίει πιο δυνατά από το κενό».
Κι αυτός ο μεγάλος έρωτας δεν είναι πάντα ειδυλλιακός ή εύκολος. Μπορεί να είναι γεμάτος συγκρούσεις, να φέρνει πόνο, να απαιτεί θυσίες. Όμως, στην ουσία του, προσφέρει ένα νόημα βαθύτερο από την απλή επιβίωση. Είναι το άλλοθι που μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να αναπνέουμε τις δύσκολες μέρες, όταν η λογική αδυνατεί να μας παρηγορήσει.
Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο χωρίς πάθος, που ζει μόνο μέσα σε ρουτίνες και υποχρεώσεις. Οι απελπισίες του γίνονται αφόρητες, γιατί δεν έχουν αντίβαρο. Από την άλλη, ένας άνθρωπος που αγαπά δυνατά κουβαλά μέσα του έναν μικρό ήλιο, ικανό να λιώνει τον πάγο της εσωτερικής μοναξιάς.
Ο Καμύ δεν εξιδανικεύει τον έρωτα ως πανάκεια. Αντίθετα, γνωρίζει καλά ότι και μέσα στον έρωτα μπορεί να υπάρξει ο πόνος και η απογοήτευση. Αλλά ακόμη κι έτσι, το πάθος λειτουργεί ως απόδειξη ότι είμαστε ζωντανοί, ότι μπορούμε να νιώσουμε και να δώσουμε, παρά το παράλογο της ύπαρξης.
Στον κόσμο μας, όπου οι άνθρωποι συχνά εγκλωβίζονται σε ρόλους και καθήκοντα, η υπενθύμιση του Καμύ μοιάζει επίκαιρη όσο ποτέ. Δεν είναι ανάγκη ο «μεγάλος έρωτας» να μοιάζει με κινηματογραφική ιστορία. Αυτό που έχει σημασία είναι να μας κρατά σε εγρήγορση, να μας δίνει θάρρος όταν η απελπισία χτυπά.
Ίσως, τελικά, η σοφία του Καμύ να συνοψίζεται σε μια φράση: βρίσκει κανείς το νόημα όχι επειδή ο κόσμος το προσφέρει, αλλά επειδή ο ίδιος το δημιουργεί – και ο μεγάλος έρωτας είναι ένας από τους πιο ανθρώπινους τρόπους να το πετύχουμε.
“One must have a love, a great love, to provide an alibi for the unjustified despairs that overcome us all,” once wrote Albert Camus, the French philosopher and author who was born in 1913 in Algeria. Founder of the Théâtre du Travail, director, actor, and adaptor of plays, but above all, a thinker who gave world literature masterpieces such as The Stranger and The Plague. In theatre, he gave us Caligula and The Just Assassins, while in his philosophical essays, such as The Myth of Sisyphus and The Rebel, he unfolded his reflections on the absurd and human rebellion. Although often grouped among the existentialists, he himself rejected the label. His life was abruptly cut short in 1960 in a car accident, leaving behind words that still spark in our thoughts.
This particular quote is one of those which, though seemingly simple, hides within it an entire universe of meaning. For Camus, love is not merely an emotional state; it is an existential anchor. In the whirlpool of daily life, in the silent hours when the weight of futility presses upon our shoulders, there is the need for a great passion that can justify the invisible—and often unjustifiable—sorrow we all carry.
In the “unjustified despairs” that Camus speaks of, there is no logic. We are not talking about sadness born from specific events, but about that subterranean melancholy that arrives without knocking on the door. It is the feeling that finds us suddenly one afternoon, while everything around us seems perfectly in place. In those moments, a great love acts as a light piercing the fog.
Camus believed in the “absurd” of life, in the clash between the human need for meaning and the indifferent silence of the universe. Within this clash, love takes on a special role: it does not answer the great philosophical questions, but it offers the soul a refuge. It is a way of telling yourself: “Yes, everything may be chaotic and senseless, but I have something that burns brighter than the void.”
And this great love is not always idyllic or easy. It can be full of conflicts, bring pain, demand sacrifices. Yet, in its essence, it offers a meaning deeper than mere survival. It is the alibi that allows us to keep breathing on difficult days, when reason fails to console us.
Let us imagine a person without passion, living only within routines and obligations. Their despairs become unbearable because they have no counterweight. On the other hand, a person who loves deeply carries within them a small sun, capable of melting the ice of inner loneliness.
Camus does not idealise love as a panacea. On the contrary, he knows well that pain and disappointment can exist within love too. But even so, passion serves as proof that we are alive—that we can feel and give—despite the absurdity of existence.
In our world, where people often find themselves trapped in roles and duties, Camus’ reminder feels more relevant than ever. The “great love” need not resemble a cinematic romance. What matters is that it keeps us alert, that it gives us courage when despair strikes.
Perhaps, in the end, Camus’ wisdom can be summed up in one phrase: we find meaning not because the world offers it, but because we create it ourselves—and great love is one of the most human ways to achieve it.


