Όταν το Like Γίνεται Εθνική Προδοσία

Article Follows in English
Текст следует на русском языке

Της Δρ. Άνδρεας Θεολόγου Μανώλη

Η παρουσία του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου στο λεγόμενο «Προεδρικό Μέγαρο» του κατοχικού καθεστώτος και η παραχώρηση συνέντευξης στον Ερσίν Τατάρ συνιστούν εθνικό ατόπημα πρώτου μεγέθους. Δεν είναι απλώς μια πολιτικά άστοχη ενέργεια. Είναι μια κατάφωρα εθνικά επιζήμια πράξη που πλήττει τη διεθνή θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας και παραβιάζει ευθέως τα Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τα οποία απαγορεύουν ρητά κάθε μορφή αναγνώρισης του ψευδοκράτους.

Όταν ένας εκλελεγμένος αξιωματούχος, εκπρόσωπος των, κατά πλειοψηφία, Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων που του εμπιστεύτηκαν για τους δικούς τους τέλος πάντων λόγους, την εκπροσώπηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παραβιάζει το αυτονόητο πλαίσιο νομιμότητας και στοιχειώδους πολιτικής αξιοπρέπειας, δεν πρόκειται για πολιτική διαφωνία ή για μια απλή αβλεψία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ταιριάζει ούτε το γνωστό του σλόγκαν «είμαι μικρός, θα μάθω» ούτε το «μόνο αγάπη», αφού αρχικά όφειλε να ξέρει και μόνο αγάπη δεν μοιράζει. Αντ’ αυτού, με την πράξη του δίνει πολιτικό άλλοθι στην κατοχική προπαγάνδα, ενισχύει τις θέσεις περί «δύο κρατών» και υπονομεύει την εθνική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για άλλη μια φορά βρέθηκε σε λάθος τόπο, τον λάθος χρόνο, με λάθος πρόθεση, αφού βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία: λίγες μόνο ημέρες πριν τη μαύρη επέτειο της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής του 1974, λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη άτυπη πενταμερή για το Κυπριακό, και σε μια περίοδο που ο Τατάρ ξεπερνά σε προκλητικότητα και τον χειρότερο εαυτό του, επαναλαμβάνοντας προκλητικές τοποθετήσεις περί διχοτόμησης και «δύο κρατών».

Σε τέτοιες κρίσιμες ώρες, η ευθύνη των εκλεγμένων και των θεσμών είναι διπλή. Όχι μόνο να στηρίζουν το εθνικό δίκαιο και τις διεθνείς θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και να προστατεύουν τη χώρα από οποιαδήποτε ενέργεια που μπορεί να αξιοποιηθεί από την Άγκυρα και το κατοχικό καθεστώς για πολιτικούς και επικοινωνιακούς λόγους.

Η ανησυχία μου εντείνεται από το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ευρωβουλευτής έχει επανειλημμένα προβεί σε δηλώσεις και ενέργειες που μόνο ζημία προκάλεσαν στον εθνικό αγώνα. Η πολιτική του συμπεριφορά, αντί να στηρίζει τη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, συχνά γίνεται εργαλείο πολιτικού εντυπωσιασμού και διαδικτυακής προβολής. Τέτοιες κινήσεις όχι μόνο δεν υπηρετούν το καλό του τόπου, αλλά προσφέρουν απλόχερα βήμα σε όσους επιδιώκουν να υπονομεύσουν την κυριαρχία και την εθνική αξιοπρέπεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη νομιμοποίηση τέτοιων συμπεριφορών, ειδικά όταν προέρχονται από εκλεγμένους ευρωβουλευτές. Η δημόσια εκπροσώπηση απαιτεί σοβαρότητα, ιστορική επίγνωση και απόλυτο σεβασμό στη νομιμότητα. Σε διαφορετική περίπτωση, μετατρέπεται σε όργανο του κατοχικού καθεστώτος, δίνοντας de facto αναγνώριση σε μια παράνομη οντότητα που συνεχίζει να κρατά την Κύπρο ημικατεχόμενη.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια να ανέχεται τέτοιες ανεύθυνες, προκλητικές και εθνικά επικίνδυνες συμπεριφορές. Και όσοι τις διαπράττουν, οφείλουν να λογοδοτήσουν πολιτικά, θεσμικά και, όπου απαιτείται, νομικά (βλ.υποθέσεις σφετεριστών Ε/Κ περιουσιών). Ας είμαστε σαφείς: η πολιτική διαμαρτυρία έχει όρια όταν απειλεί την εθνική ασφάλεια και τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας.

Άλλο η απόρριψη του κατεστημένου και άλλο η εθνική μειοδοσία.
Σε αυτή τη χώρα, με τις χαίνουσες πληγές του 1974 και τους 200.000 πρόσφυγες ακόμα μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες, η εθνική αξιοπρέπεια δεν είναι πεδίο για πολιτικές ακροβασίες και προσωπικές ματαιοδοξίες.

Το μήνυμα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτο: κανείς δεν δικαιούται να παίζει με την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού Ελληνισμού. Όποιος το επιχειρεί, θέτει εαυτόν εκτός εθνικού πλαισίου.


When a Like Becomes National Treason

By Dr. Andreas Theologou Manolis

The presence of the MEP Phidias Panayiotou at the so-called “Presidential Palace” of the occupation regime and granting an interview to Ersin Tatar constitutes a national blunder of the highest order. It is not simply a politically misguided act. It is a blatantly nationally harmful act that damages the international position of the Republic of Cyprus and directly violates UN Security Council Resolutions 541 (1983) and 550 (1984), which explicitly prohibit any form of recognition of the pseudo-state.

When an elected official, representing the majority Greek Cypriot voters who entrusted him, for their own reasons, with representing the Republic of Cyprus in the European Parliament, violates the obvious framework of legality and basic political decency, this is not a political disagreement or a mere oversight. In this particular case, neither the well-known slogan “I am young, I will learn” nor “only love” fits, since he was supposed to know better from the start—and he does not spread only love. Instead, through his action, he provides political alibi to the occupation propaganda, reinforces the arguments about “two states,” and undermines the national security of the Republic of Cyprus.

Once again, he found himself in the wrong place, at the wrong time, with the wrong intention, since we are in an extremely sensitive period: only a few days before the black anniversary of the first phase of the Turkish invasion of 1974, just before the scheduled informal five-party talks on the Cyprus issue, and at a time when Tatar surpasses even his worst self in provocations, repeating provocative statements about partition and “two states.”

At such critical moments, the responsibility of elected officials and institutions is twofold. Not only to support the national law and international positions of the Republic of Cyprus, but also to protect the country from any actions that could be exploited by Ankara and the occupation regime for political and media reasons.

My concern is intensified by the fact that this particular MEP has repeatedly made statements and actions that have only harmed the national struggle. His political behavior, instead of supporting the position of the Republic of Cyprus, often becomes a tool for political showmanship and online exposure. Such moves not only fail to serve the good of the country but generously provide a platform to those seeking to undermine the sovereignty and national dignity of the Republic of Cyprus.

We cannot allow the legitimization of such behaviors, especially when they come from elected MEPs. Public representation requires seriousness, historical awareness, and absolute respect for legality. Otherwise, it turns into an instrument of the occupation regime, giving de facto recognition to an illegal entity that continues to keep Cyprus semi-occupied.

The Republic of Cyprus cannot afford to tolerate such irresponsible, provocative, and nationally dangerous behaviors. Those who commit them must be held politically, institutionally, and where necessary, legally accountable (see cases of Greek Cypriot property usurpers). Let us be clear: political protest has limits when it threatens national security and the country’s international credibility. Rejecting the establishment is one thing; national treason is another.

In this country, with the open wounds of 1974 and 200,000 refugees still far from their ancestral homes, national dignity is no field for political acrobatics and personal vanities.

The message must be non-negotiable: no one has the right to play with the existence of the Republic of Cyprus and the Greek Cypriot identity. Whoever attempts it places themselves outside the national framework.


Когда Лайк Становится Национальной Изменой


Доктор Андреас Теологу Манолис

Присутствие депутата Европарламента Фидия Панагиоту в так называемом «Президентском дворце» оккупационного режима и предоставление интервью Эрсину Татару является национальной оплошностью высочайшего уровня. Это не просто политически ошибочный поступок. Это вопиюще национально вредоносный акт, который наносит ущерб международному положению Республики Кипр и прямо нарушает Резолюции Совета Безопасности ООН 541 (1983) и 550 (1984), которые явно запрещают любое признание псевдогосударства.

Когда избранный чиновник, представитель большинства грекокиприотов, которые доверили ему по своим причинам представлять Республику Кипр в Европейском парламенте, нарушает очевидные рамки законности и элементарного политического достоинства, это не политическое несогласие и не простая ошибка. В данном случае неуместны ни известные лозунги «я молод, я научусь», ни «только любовь», поскольку он изначально должен был знать и распространяет не только любовь. Вместо этого своим поступком он предоставляет политическое алиби оккупационной пропаганде, укрепляет позиции о «двух государствах» и подрывает национальную безопасность Республики Кипр.

В очередной раз он оказался не в том месте, не в то время, с неправильным намерением, ведь мы находимся в крайне чувствительный момент: всего за несколько дней до черной годовщины первой фазы турецкого вторжения 1974 года, за несколько дней до запланированных неофициальных пятисторонних переговоров по кипрскому вопросу, и в период, когда Татар превосходит в провокациях даже свой худший образ, повторяя провокационные заявления о разделении и «двух государствах».

В такие критические часы ответственность избранных и институтов двойная. Они должны не только поддерживать национальное право и международные позиции Республики Кипр, но и защищать страну от любых действий, которые могут быть использованы Анкарой и оккупационным режимом в политических и коммуникационных целях.

Моя озабоченность усиливается тем, что этот депутат Европарламента неоднократно делал заявления и совершал действия, которые нанесли только вред национальной борьбе. Его политическое поведение, вместо поддержки позиции Республики Кипр, часто становится инструментом политического шоу и интернет-продвижения. Такие шаги не только не служат благу страны, но и щедро предоставляют площадку тем, кто стремится подорвать суверенитет и национальное достоинство Республики Кипр.

Мы не можем позволить легитимизировать такое поведение, особенно когда оно исходит от избранных депутатов Европарламента. Общественное представительство требует серьезности, исторической осведомленности и абсолютного уважения к законности. В противном случае оно превращается в орудие оккупационного режима, фактически признавая незаконное образование, которое продолжает удерживать Кипр полуоккупированным.

Республика Кипр не может позволить себе терпеть такие безответственные, провокационные и национально опасные поступки. Те, кто их совершает, должны нести политическую, институциональную и, где необходимо, юридическую ответственность (см. дела узурпаторов грекокипрской собственности). Давайте будем ясны: политический протест имеет пределы, когда угрожает национальной безопасности и международному авторитету страны. Отказ от устоев — одно, национальная измена — совсем другое.

В этой стране, с открытыми ранами 1974 года и 200 000 беженцев, все еще вдали от своих родных очагов, национальное достоинство — это не поле для политических акробатик и личных тщеславий.

Послание должно быть безоговорочным: никто не имеет права играть с сущностью Республики Кипр и кипрского эллинизма. Кто пытается это сделать, ставит себя вне национального контекста.

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

«Θερίζει» στη Λάρνακα ο αφθώδης πυρετός

«Θερίζει» στη Λάρνακα ο αφθώδης πυρετός Για δεύτερη συνεχόμενη μέρα οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προχώρησαν σε ανακοίνωση νέων θετικών κρουσμάτων, σε 9 νέες μονάδες σε Λιβάδια

error: Content is protected !!