Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Χριστοδουλίδη στην Αντικατοχική Εκδήλωση του Δήμου Αμμοχώστου, χθες

Text follows in English

Είναι με αισθήματα ιδιαίτερης συγκίνησης αλλά πολύ περισσότερο, και αυτό έχει σημασία, με την ισχυρή βούληση που απαιτεί η ιστορική ευθύνη του καθενός από εμάς, σε όποιον ρόλο και αν είμαστε, για απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας, που συγκεντρωθήκαμε εδώ στη Δερύνεια, στην αντικατοχική εκδήλωση με φόντο τη θαλασσοφίλητη Αμμόχωστο.

Πενήντα ένα χρόνια μετά, όσα και τα δικά μου χρόνια, η θέα της ερειπωμένης πόλης και οι εικόνες από τον μαύρο εκείνο Αύγουστο γυροφέρνουν βασανιστικά στη συλλογική μνήμη του λαού μας. Πενήντα ένα χρόνια μετά, οι μέρες αυτές είναι ακόμη πιο δύσκολες για όσους εκδιώχθηκαν από την αγαπημένη τους πόλη και από τα αγαπημένα χωριά τους, με τη βεβαιότητα ότι η μέρα του γυρισμού δεν θα ήταν μακρινή.

Επιτρέψτε μου, πριν από όποια άλλη αναφορά, να καταθέσω εκ μέρους της Πολιτείας τον οφειλόμενο φόρο τιμής στους πεσόντες, τους εγκλωβισμένους, τους παθόντες και τους αγνοουμένους μας, όπως και στις οικογένειές τους, όλους όσοι αγωνίστηκαν υπέρ της νομιμότητας, της ελευθερίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπέρ της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.

Θέλω, πριν να αρχίσω την ομιλία μου που σίγουρα δεν θα περιλαμβάνει «θα», να χαιρετίσω την παρουσία εκπροσώπου της Βουλής των Ελλήνων, όπως επίσης και εκπροσώπων από τους αδελφοποιημένους με την Αμμόχωστο Δήμους της Ελλάδος. Θέλω εκ μέρους του κυπριακού λαού να σας ευχαριστήσω για την αμέριστη στήριξη στον αγώνα που διεξάγουμε για απαλλαγή από την παράνομη τουρκική κατοχή και την επανένωση της πατρίδας μας.

Ο τίτλος της αποψινής εκδήλωσης, «η Αμμόχωστος δεν είναι φάντασμα, αλλά υπόσχεση», θεωρώ ότι περικλείει με απόλυτη σαφήνεια τον πόθο της επιστροφής που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά. Ασφαλώς και δεν είναι φάντασμα η Αμμόχωστος. Είναι υπόσχεση αλλά και υποχρέωσή μας, την οποία γνωρίζω πάρα πολύ καλά, για την οποία εργαζόμαστε άοκνα στη βάση συγκεκριμένου σχεδιασμού, ώστε να ξεπεράσουμε τα όποια εμπόδια και τις προκλήσεις, να αντιμετωπίσουμε την προσέγγιση της τουρκικής πλευράς και να θέσουμε το Κυπριακό σε πορεία επίλυσης.

Εξάλλου, αυτό που ζούμε εδώ και 51 χρόνια είναι απαράδεκτο, και ακόμα και αν η συνήθεια μπορεί να φέρει τη λήθη ή την ανοχή σε κάποιους, όχι σε εμάς, εμείς ούτε συμβιβαζόμαστε με την κατοχή και ούτε ξεχνάμε. Και αυτά δεν είναι καθόλου συνθήματα. Διότι στην Κύπρο, η γραμμή της διαίρεσης, η γραμμή της κατοχής και ο κατοχικός στρατός προκαλούν κάθε μέρα την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων που δικαιούνται να ζουν στο σπίτι τους, να διακινούνται ελεύθερα στην πατρίδα τους, να κατέχουν περιουσία και να εκκλησιάζονται στις ενορίες τους. Αυτό που ζούμε 51 χρόνια είναι παράφορη αδικία, είναι μια αναχρονιστική, ντροπιαστική κατάσταση πραγμάτων.

Θυμάμαι πολύ καλά ότι από αυτό εδώ το βήμα, τον Αύγουστο του 2023, για πρώτη φορά είχα αναφερθεί στην προσέγγισή μας, στη γραμμή που θα ακολουθούσαμε, για να βγάλουμε το Κυπριακό από το αδιέξοδο, για να πετύχουμε την επανεργοποίηση του διεθνούς παράγοντα μέσα από την ανάπτυξη μιας νέας πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα (ΓΓ) των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ). Αλλά είχα μιλήσει τότε και για την ανάγκη ενεργότερης εμπλοκής του ευρωπαϊκού παράγοντα, λαμβάνοντας υπόψη και τις επιδιώξεις της Άγκυρας για θετικές εξελίξεις στα ευρωτουρκικά. Σε αυτό το πλαίσιο, είχα μιλήσει και για τον όρο εντολής από τον κυπριακό λαό, για να ξεκινήσουμε την προσπάθεια να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, πάντα στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου [των ΗΕ], λαμβάνοντας υπόψη το διαπραγματευτικό κεκτημένο, αλλά και τις αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Σήμερα, δύο χρόνια μετά, χωρίς να εθελοτυφλώ, χωρίς να παραγνωρίζω τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, την απογοήτευση και την αγανάκτηση κάποιων, που δεν είναι μόνο κάποιων, είναι αγανάκτηση του συνόλου του κυπριακού λαού, βρισκόμαστε –και τα λέω αυτά με πλήρη επίγνωση του τί λέω– ενώπιον ενός διαφορετικού σκηνικού που, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μάς επιτρέπει να αισιοδοξούμε.

Με ξεκάθαρη πολιτική βούληση από την πρώτη στιγμή και με διεκδικητικό ρεαλισμό που λαμβάνει υπόψη το διεθνές σκηνικό –δεν το καθορίζουμε εμείς, αλλά οφείλουμε να λειτουργήσουμε σε αυτό το διεθνές σκηνικό– από την πρώτη μέρα επιδιώξαμε την ανακίνηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό, και μεσούσης της αναταραχής εξαιτίας δύο πολέμων, της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία που δεν διαφέρει τίποτα από όλα αυτά που έγιναν στην Κύπρο, και στη Μέση Ανατολή, ο ΓΓ των ΗΕ αποφάσισε τον διορισμό Προσωπικής Απεσταλμένης, και τον περασμένο Μάρτιο συγκάλεσε την πρώτη διάσκεψη για το Κυπριακό, στη Γενεύη. Στο ίδιο πλαίσιο, μετά από μεθοδικές, επίμονες και επίπονες προσπάθειες, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απευθύνθηκαν από κοινού στον ΓΓ την ίδια μέρα που ξεκινούσε η διάσκεψη στη Γενεύη, καταγράφοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο όχι μόνο το ενδιαφέρον της ΕΕ για το Κυπριακό, αλλά και το πλαίσιο, στο οποίο θα πρέπει να κινείται η λύση του Κυπριακού.

Η κοινή επιστολή μαζί με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου του 2024, στα οποία γίνεται σαφώς διασύνδεση των επιδιώξεων της Τουρκίας στα ευρωτουρκικά με το Κυπριακό, ήταν αναμφίβολα εξελίξεις που ενισχύουν την προσπάθειά μας.

Το ίδιο ισχύει και για τη σημαντική εξέλιξη, την απόφαση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διορίσει τον τέως Επίτροπο κ. Johannes Hahn ως Ειδικό Απεσταλμένο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κυπριακό, και πάλι μετά από επίμονες προσπάθειες και παρά την εκτίμηση κάποιων ότι επρόκειτο για ουτοπία.

Της διευρυμένης συνάντησης στη Γενεύη ακολούθησε, ανάμεσα σε άλλα, ο επαναδιορισμός της Προσωπικής Απεσταλμένης του ΓΓ και η πρόσφατη άτυπη διάσκεψη στη Νέα Υόρκη που μπορεί να μην έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αλλά άφησε ανοικτό το παράθυρο ελπίδας και απέδειξε ότι όταν ξέρεις τι επιδιώκεις, όταν υπάρχει πολιτική βούληση και μεθοδολογία, μπορούμε να βγούμε από τη στασιμότητα και το αδιέξοδο. Ιδιαίτερα σημαντική, ως αποτέλεσμα της συνάντησης στη Νέα Υόρκη, ήταν η απόφαση για συνέχιση της προσπάθειας του ΓΓ με την συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη τον προσεχή Σεπτέμβριο, στη Νέα Υόρκη, αλλά και μια νέα διευρυμένη διάσκεψη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας στις κατεχόμενες περιοχές.

Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν επίσης καθοριστικής σημασίας [στη Νέα Υόρκη] και οι παρεμβάσεις του ΓΓ των ΗΕ αλλά και του Βρετανού Υφυπουργού Ευρώπης και Βορείου Αμερικής. Ήταν ουσιαστικής σημασίας, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της τουρκικής πλευράς για λύση δύο κρατών, οι δημόσιες παρεμβάσεις από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της Γαλλίας, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ). Ήταν παρεμβάσεις όχι μόνο προς συγκεκριμένους αποδέκτες, αλλά και που αποδεικνύουν ότι σε αυτό το άναρχο διεθνές σύστημα, στο οποίο τα συμφέροντα καθορίζουν τις πολιτικές των κρατών, δεν είμαστε μόνοι μας.

Παρά, λοιπόν, τα προσκόμματα και την παρελκυστική τακτική, συνεχίζουμε απερίσπαστοι να στηρίζουμε την πρωτοβουλία του ΓΓ των ΗΕ, με την πεποίθηση ότι μπορούμε να έχουμε χειροπιαστά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση της επανέναρξης των συνομιλιών και επίλυσης του Κυπριακού.

Τα δεδομένα είναι δύσκολα –στέκομαι ενώπιόν σας, οφείλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής– οι προκλήσεις είναι πολλές, όμως ποτέ δεν υπήρξαν εύκολα δεδομένα για το Κυπριακό, ποτέ δεν ήταν εύκολα τα πράγματα στο Κυπριακό. Θεωρώ ότι με τις πρωτοβουλίες που έχουμε αναλάβει, με τις ενέργειές μας, με πράξεις και όχι με λόγια, με μια εξωστρεφή εξωτερική πολιτική, πετύχαμε την επανεργοποίηση του διεθνούς παράγοντα.

Μπορέσαμε να πετύχουμε τον τερματισμό του επταετούς τέλματος, όπως ο ίδιος ο ΓΓ των ΗΕ ανέφερε δημόσια μετά τη διάσκεψη στη Γενεύη. Μπορεί να μη βρισκόμαστε στο επιθυμητό σημείο, σίγουρα δεν υποβαθμίζω τις δυσκολίες και τα προβλήματα, εξάλλου τα βιώνω πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον κάθε φορά που συναντώμαι με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη ή βρίσκομαι στις διασκέψεις. Όμως, τα μικρά έστω βήματα που γίνονται έχουν τη δική τους σημασία αν λάβουμε υπόψη από πού ξεκινήσαμε τον Μάρτιο του 2023 και τί έλεγε η τουρκική πλευρά. Οι εξελίξεις συντηρούν την ελπίδα, συντηρούν την προοπτική ότι, ναι, μπορούμε μέσα από ένα διεκδικητικό ρεαλισμό να πετύχουμε τον στόχο μας.

Έχουμε πείσει και τους πλέον δύσπιστους, και το βλέπετε και σε διεθνές επίπεδο από τις δηλώσεις που γίνονται, ότι όχι μόνο θέλουμε λύση, αλλά μπορούμε να γίνουμε ενεργός και πρωταγωνιστικός παράγοντας για την επίτευξή της. Πείσαμε ότι η ΕΕ έχει ρόλο και λόγο και είναι η μεγαλύτερή μας εγγύηση για μια επανενωμένη πατρίδα χωρίς εγγυητές και ξένα στρατεύματα. Ότι η χώρα μας είναι αξιόπιστη, είναι αναβαθμισμένη, και αυτό αναμφίβολα έχει θετικό αντίκτυπο στις διεργασίες για το Κυπριακό.

Προς ενίσχυση αυτού που αναφέρω, θέλω να θυμίσω ότι η πρωτοβουλία που βρίσκεται σε εξέλιξη φάνταζε αδιανόητη πριν από δύο χρόνια, όταν η Άγκυρα και ο κ. Tatar δημόσια αξίωναν αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας και άλλα πολλά απαράδεκτα, ως προϋπόθεση και προαπαιτούμενο, για να δεχθούν να συζητήσουν ή και να παρακαθήσουν σε συνάντηση υπό την αιγίδα των ΗΕ. Αξίωση που δεν έγινε αποδεκτή και ούτε πρόκειται να γίνει, γιατί εμείς ποτέ δεν θα συζητήσουμε λύση δύο κρατών.

Και αυτή τη λύση ούτε τα ΗΕ ούτε η ΕΕ ούτε και η διεθνής κοινότητα αποδέχονται. Ήταν ιδιαίτερης σημασίας που στη Νέα Υόρκη και ο κ. Tatar και ο κ. Fidan έχουν ακούσει τον ΓΓ των ΗΕ και τον Βρετανό Υφυπουργό Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, που ήταν σαφώς ξεκάθαροι για τη μορφή λύσης του Κυπριακού.

Γι’ αυτό, παρά τις απογοητεύσεις, τις δυσκολίες, τα εμπόδια, τις καθημερινές προκλήσεις που βιώνουμε αυτό το διάστημα με τους πέντε συμπατριώτες μας, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι το τείχος της κατοχής δεν είναι αδιαπέραστο.

Όραμά μας, μοναδικός μας στόχος είναι η επανένωση της πατρίδας μας. Για να φτάσουμε σε αυτό ακολουθούμε μια πολύ συγκεκριμένη στρατηγική, για να δημιουργήσουμε συνθήκες μιας αμοιβαία επωφελούς κατάστασης πραγμάτων, που θα λειτουργήσει ως κίνητρο και για την Τουρκία, γιατί χρειαζόμαστε την Τουρκία, για να λύσουμε το Κυπριακό γιατί πολύ απλά κρατά το κλειδί της λύσης.

Είναι σημαντικό να στείλουμε το μήνυμα ότι μέσα από τη λύση του Κυπριακού θα υπάρξει εκείνη η κατάσταση πραγμάτων που θα επιτρέπει στην Τουρκία να αφήσει πίσω της ξεπερασμένες αντιλήψεις και αναχρονιστικές πολιτικές, ξένες προς κάθε σύγχρονο δημοκρατικό περιβάλλον, και που την αποτρέπουν να υλοποιήσει εθνικούς στόχους είτε αυτοί αφορούν την πορεία της προς την Ευρώπη είτε τον ρόλο της στην περιοχή.

Διότι αυτές οι αναχρονιστικές πολιτικές της Τουρκίας, πέραν του γεγονότος ότι της αφήνουν το στίγμα του κατακτητή, του εισβολέα και αυτού που παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυτές οι αναχρονιστικές επιδιώξεις και οι διχοτομικές πολιτικές δεν τιμωρούν μόνο τους Ελληνοκύπριους. Τιμωρούν και τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας που στερούνται ένα καλύτερο μέλλον, ένα ειρηνικό μέλλον, σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος.

Και συμφωνώ απόλυτα μαζί σας κ. Δήμαρχε, ότι η Αμμόχωστος μπορεί να είναι ένα ουσιαστικό και έμπρακτο Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Αυτό το θέμα, ο ίδιος το έχω αναφέρει στον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, κατά την πρόσφατη συνάντηση στη Νέα Υόρκη. Γιατί πολύ απλά η Αμμόχωστος δεν είναι σύνθημα, αποτελεί την προμετωπίδα των προσπαθειών που καταβάλλουμε, για να διαρρήξουμε το αδιέξοδο και να δημιουργήσουμε τις προοπτικές για επανέναρξη των συνομιλιών.

Ο προορισμός μας, για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, δεν είναι άλλος από τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται από τα σχετικά ψηφίσματα των ΗΕ, σε ένα κράτος ελεύθερο, χωρίς στρατό κατοχής, χωρίς εγγυητές και επεμβατικά δικαιώματα, που θα προσφέρει σε όλους τους νόμιμους πολίτες του, Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους, Μαρωνίτες, Αρμένιους και Λατίνους, τα ίδια δικαιώματα που απολαμβάνουν και οι Ευρωπαίοι πολίτες.

Πενήντα ένα χρόνια μετά –και γνωρίζω πάρα πολύ καλά αυτή την υποχρέωση– κουβαλούμε το ιστορικό άχθος να συνεχίσουμε την προσπάθεια, για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας και να την επανενώσουμε, ώστε να τη δώσουμε στα παιδιά μας εδαφικά και διοικητικά ακέραιη.

Αυτός ο στόχος –παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις που είναι απόλυτα αποδεκτές στο πλαίσιο της δημοκρατίας– έχω την έντονη πεποίθηση ότι, είναι το τάμα που μας ενώνει όλους, έξω από κομματικές και άλλες διαφωνίες και πάνω από τις όποιες ιδεολογικές διαφορές.

Από δικής μου πλευράς σάς δίνω την υπόσχεση ότι θα συνεχίσω να επιδιώκω τη συνεργασία με όλους, ανεξαρτήτως κομματικής ή πολιτικής αφετηρίας, γιατί πραγματικά πιστεύω ότι εκείνα που μας ενώνουν είναι σαφώς περισσότερα από αυτά που ενδεχομένως μας χωρίζουν.

Λίγα μόλις μέτρα από το οδόφραγμα που οδηγεί στην Αμμόχωστο, είμαστε εδώ, για να στείλουμε το ηχηρό και ξεκάθαρο μήνυμα αγωνιστικότητας και προσήλωσης στον ύψιστο στόχο της απελευθέρωσης και της επανένωσης της πατρίδας μας.

«Μισή πόλη στη Λάρνακα, και υπόλοιπη στη Λεμεσό, με λίγα απομεινάρια στη Λευκωσία και στην Πάφο, περίπου αυτή που αγάπησα», γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης για την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα». Σε αυτούς τους ανθρώπους, σε όλους αυτούς που μεγάλωσαν με την Αμμόχωστο κατεχόμενη, αλλά και σε όλους αυτούς που θα έρθουν, οφείλουμε την υπόσχεση και την υποχρέωση να κάνουμε ό,τι μπορούμε, για να έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν εκεί που ανήκουν και εκεί που επιθυμούν.

Βλέποντάς σας όλους στα μάτια και πρωτίστως τον Δήμαρχο, κ. Δήμαρχε γνωρίζω πάρα πολύ καλά την υποχρέωσή μου.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Speech by the President of the Republic, Mr. Nikos Christodoulides, at the Anti-Occupation Event of the Municipality of Famagusta, yesterday

It is with deep emotion—but even more so, and this is what matters, with the strong will demanded by the historical responsibility of each of us, regardless of our role—that we have gathered here in Deryneia, at this anti-occupation event, against the backdrop of sea-kissed Famagusta, to work toward the liberation and reunification of our homeland.

Fifty-one years later—just as many as my own years—the sight of the ruined city and the images of that dark August haunt the collective memory of our people. Fifty-one years on, these days are even more difficult for those who were expelled from their beloved city and cherished villages, with the conviction that the day of return would not be far off.

Before saying anything further, allow me, on behalf of the State, to pay the due tribute to our fallen, the enclaved, the wounded, and the missing, as well as to their families and to all those who fought for legality, freedom, and the Republic of Cyprus, for the independence and territorial integrity of our homeland.

Before I begin my speech—which will certainly not include any promises—I want to acknowledge the presence of a representative from the Hellenic Parliament, as well as representatives from the Greek municipalities twinned with Famagusta. On behalf of the Cypriot people, I thank you for your unwavering support in our struggle to rid ourselves of the illegal Turkish occupation and to reunify our homeland.

The title of tonight’s event, “Famagusta is not a ghost, but a promise”, encapsulates with absolute clarity the yearning for return that is passed down from generation to generation. Famagusta is certainly not a ghost. It is a promise and an obligation—one I know very well—toward which we are working tirelessly through a specific plan to overcome obstacles and challenges, address the Turkish side’s approach, and move the Cyprus problem toward resolution.

After all, what we’ve been living for 51 years is unacceptable. Even if habit may lead some to forgetfulness or tolerance, not us. We neither accept the occupation nor forget. And these are not just slogans. In Cyprus, the line of division, the line of occupation, and the occupying army violate the human rights of all Cypriots every day—rights to live in their homes, move freely in their own country, own property, and worship in their local parishes. What we’ve lived for 51 years is outrageous injustice—a shameful, outdated status quo.

I remember very well that from this very podium in August 2023, I first referred to our approach—the course we would follow—to break the Cyprus problem out of the deadlock, to reactivate international interest through a new initiative by the UN Secretary-General. I also spoke then of the need for a more active involvement of the European Union, taking into account Turkey’s aspirations for positive developments in EU-Turkey relations. In this context, I also mentioned the mandate received from the Cypriot people to begin efforts to create the conditions for resuming negotiations, always based on the agreed UN framework, considering the negotiating acquis and the principles and values of the European Union.

Today, two years later—and I say this fully aware of what I am saying—without ignoring the challenges, the difficulties, the disappointment, and the indignation, not just from some, but from our entire people, we now find ourselves in a different setting, which under certain conditions allows us to feel cautiously optimistic.

From day one, with clear political will and assertive realism that acknowledges the international landscape—which we do not control, but within which we must operate—we sought to reignite international interest in the Cyprus issue. And in the midst of global turmoil caused by two wars—Russia’s invasion of Ukraine, which mirrors what happened in Cyprus, and the war in the Middle East—the UN Secretary-General decided to appoint a Personal Envoy and, last March, convened the first conference on the Cyprus problem in Geneva. In the same context, following persistent and methodical efforts, the Presidents of the European Commission and the European Council jointly addressed the UN Secretary-General on the very day the Geneva conference began, officially expressing not only the EU’s interest in the Cyprus problem but also the framework within which the solution should move.

The joint letter and the European Council Conclusions of April 2024, which clearly link Turkey’s EU ambitions with the Cyprus problem, were undoubtedly developments that strengthen our effort.

So too was the significant development of the European Commission President’s decision to appoint former Commissioner Mr. Johannes Hahn as Special Envoy of the European Commission for the Cyprus issue—again, after persistent efforts, despite initial perceptions that this was a utopian idea.

The Geneva meeting was followed by the reappointment of the UN Secretary-General’s Personal Envoy and the recent informal conference in New York. Though it did not yield the desired results, it left a window of hope open and proved that when there is clear purpose, political will, and a methodical approach, it is possible to break free from stagnation and deadlock. A particularly important outcome of the New York meeting was the decision for the UN Secretary-General to continue his efforts with a meeting with the Turkish Cypriot leader this coming September, in New York, followed by a new expanded conference immediately after the elections in the occupied territories.

Within this framework, the interventions of both the UN Secretary-General and the UK Minister for Europe and North America were also crucial in New York. Equally important, in light of the Turkish side’s two-state solution position, were the public statements from the President of the European Commission, the President of the European Council, the President of France, and the United States. These were not just symbolic—they proved that in this chaotic international system, where interests shape state policies, we are not alone.

Therefore, despite the obstacles and delaying tactics, we steadfastly support the UN Secretary-General’s initiative, with the conviction that we can achieve tangible progress toward resuming negotiations and resolving the Cyprus issue.

The facts are difficult—and as I stand before you, I must be absolutely honest. The challenges are many. But nothing has ever been easy regarding Cyprus. I believe that with the initiatives we have taken—with action, not words—and with an outward-looking foreign policy, we have managed to reactivate the international factor.

We have managed to end a seven-year stalemate, as the UN Secretary-General himself stated publicly after the Geneva conference. We may not yet be where we want to be—and I certainly do not downplay the difficulties—but even the smallest steps matter when we consider where we started in March 2023 and what the Turkish side was then saying. The developments sustain hope, sustain the prospect that, yes, through assertive realism, we can achieve our goal.

We have convinced even the most skeptical—and this is evident from international statements—that not only do we want a solution, but we are capable of being a key and active player in achieving it. We have proven that the EU has both a role and a voice, and it is our strongest guarantee for a reunited homeland without guarantors and foreign troops. Our country is reliable, upgraded, and this undoubtedly has a positive impact on the Cyprus issue process.

To reinforce this, let me remind you that the initiative currently underway would have seemed unthinkable two years ago, when Ankara and Mr. Tatar publicly demanded recognition of sovereign equality and other unacceptable preconditions just to sit down at the table under UN auspices. This demand was rejected and will continue to be rejected, because we will never discuss a two-state solution.

And neither the UN, nor the EU, nor the international community accepts such a solution. It was significant that in New York, both Mr. Tatar and Mr. Fidan heard from the UN Secretary-General and the British Minister for Europe and North America, who were unequivocally clear about the form of the Cyprus solution.

This is why—despite disappointments, difficulties, and the daily challenges we face, including the recent situation involving our five compatriots—I am firmly convinced that the wall of occupation is not impenetrable.

Our vision, our sole objective, is the reunification of our homeland. To get there, we are following a very specific strategy—to create conditions for a mutually beneficial situation that can serve as an incentive even for Turkey. Because, quite simply, we need Turkey to solve the Cyprus problem, as it holds the key.

It is important to send the message that through a solution to the Cyprus problem, a new reality can emerge—one that will allow Turkey to leave behind outdated mindsets and retrograde policies incompatible with any modern democratic environment, and which prevent it from achieving its national goals, whether regarding its path to Europe or its regional role.

These retrograde policies not only brand Turkey as an invader and human rights violator—they also punish Turkish Cypriots themselves, depriving them of a better, peaceful future within a modern European state.

And I fully agree with you, Mr. Mayor, that Famagusta can serve as a substantial and tangible Confidence-Building Measure. I personally raised this matter with the Turkish Foreign Minister during our recent meeting in New York. Because Famagusta is not a slogan—it is the spearhead of our efforts to break the deadlock and create prospects for renewed negotiations.

Let there be no doubt: our destination is none other than the transformation of the Republic of Cyprus into a bizonal, bicommunal federation with political equality, as defined by the relevant UN resolutions—a free state without occupying troops, without guarantors or intervention rights, offering all its lawful citizens—Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Maronites, Armenians, and Latins—the same rights enjoyed by other European citizens.

Fifty-one years later—and I know this obligation very well—we bear the historical burden of continuing the struggle to free and reunify our country, so we may pass it on to our children territorially and administratively whole.

Despite differing views—which are fully acceptable in a democracy—I strongly believe that this goal is a sacred vow that unites us all, beyond political parties or ideological divides.

For my part, I promise to continue seeking cooperation with everyone, regardless of political background, because I truly believe that what unites us far outweighs what may divide us.

Just a few meters from the checkpoint that leads to Famagusta, we are here to send a loud and clear message of determination and unwavering commitment to the supreme goal of the liberation and reunification of our homeland.

“Half a city in Larnaca, the rest in Limassol, with a few remnants in Nicosia and Paphos—about the one I loved,” writes Kyriakos Charalambides in “Famagusta the Queen.” To these people—to all who grew up with occupied Famagusta, and all those yet to come—we owe the promise and the duty to do all we can so they may return to where they belong, and where they long to be.

Looking you all in the eyes—and especially you, Mr. Mayor—I know very well my obligation.

Thank you very much.

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

Ανακοίνωση Δήμου Λάρνακας για τον κατακλυσμό 2026 και την συμμετοχή χορευτικών συγκροτημάτων

Συμμετοχή Χορευτικών Συγκροτημάτων στη Γιορτή του Κατακλυσμού 2026 Ο Δήμος Λάρνακας ανακοινώνει ότι η Γιορτή του Κατακλυσμού 2026 θα πραγματοποιηθεί στην πόλη από τις 29 Μαΐου έως τις

Δημήτρης Δημητρίου αναπληρωτής κοινοτάρχης Ορμήδειας, υποψήφιος βουλευτής Λάρνακας: «Ζώα θανατώνονται και οι κτηνοτρόφοι μας βλέπουν τον κόπο, τον μόχθο και το βιος τους να χάνεται μπροστά στα μάτια τους»

Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes Δημοσιεύοντας μια φωτογραφία που τραβήχτηκε το περασμένο καλοκαίρι στην κτηνοτροφική περιοχή της Ορμήδειας και μέσα από μια ανάρτηση του ο

error: Content is protected !!