Νεανική παραβατικότητα: Τα στοιχεία για την Κύπρο και οι βασικές αιτίες

Text Follows in English
Текст следует на русском языке



Η νεανική παραβατικότητα απασχολούσε και συνεχίζει να απασχολεί τις κοινωνίες και τις εκάστοτε κυβερνήσεις, χωρίς απαραίτητα να γίνονται ενδελεχείς έρευνες και να αντιμετωπίζεται το ζήτημα εν τη γενέσει του. Στην Κύπρο, το φαινόμενο παρουσιάζει μια ανησυχητική αύξηση, καθώς τα στοιχεία δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση, γεγονός που κάνει την ανάγκη για να δει η Πολιτεία με περισσότερη ζέση το ζήτημα, επιτακτική. 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Αστυνομίας για την εμπλοκή ανηλίκων σε υποθέσεις σοβαρού εγκλήματος και μικροπαραβάσεων, το 2024 καταγράφηκαν συνολικά 497 υποθέσεις με την εμπλοκή 761 ανηλίκων. Από αυτούς, οι 725 είναι αγόρια και τα 36 κορίτσια. Οι 46 ανήλικοι ήταν κάτω των 14 ετών, οι 2017 ήταν ηλικίας μεταξύ 14-15 ετών και οι 498 ήταν 16-17 ετών.

Αντίστοιχα, το 2023 καταγράφηκαν συνολικά 404 υποθέσεις με την εμπλοκή 598 ανηλίκων. Από αυτούς οι 546 είναι αγόρια και τα 52 κορίτσια. Οι 240 αφορούσαν το σοβαρό έγκλημα και οι 164 μικροπαραβάσεις από ανηλίκους. Οι 34 ανήλικοι ήταν κάτω των 14 ετών, οι 208 ήταν ηλικίας μεταξύ 14-15 ετών και οι 356 ήταν 16-17 ετών.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία της Αστυνομίας, υπάρχει έξαρση στη νεανική παραβατικότητα, καθώς το 2024 σημειώθηκαν 299 σοβαρές υποθέσεις με εμπλοκή 459 ανήλικων. Οι 438 εμπλεκόμενοι είναι αγόρια και 21 κορίτσια. Όσον αφορά τις μικροπαραβάσεις, σημειώθηκαν συνολικά 198 και εμπλέκονται 287 αγόρια και 15 κορίτσια.

Οι σοβαρές υποθέσεις με την εμπλοκή ανηλίκων για το 2023 ήταν 240. Σε αυτές είχαν συμμετοχή 348 ανήλικοι, εκ των οποίων 314 αγόρια και 34 κορίτσια. Επίσης, καταγράφηκαν άλλες 164 μικροπαραβάσεις με τη συμμετοχή 232 αγοριών και 18 κοριτσιών. Το 2022, σημειώθηκαν 207 υποθέσεις που αφορούσαν εμπλοκή ανήλικων σε υποθέσεις σοβαρού εγκλήματος. Συμμετείχαν 219 αγόρια και 52 κορίτσια. Επίσης, καταγράφηκαν 301 μικροπαραβάσεις από ανηλίκους.

Το ζήτημα της οικογένειας και η ενδοοικογενειακή βία

Η νεανική παραβατικότητα είναι σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που συνδέεται στενά με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε συνθήκες ενδοοικογενειακής βίας –είτε με την κακοποίηση της μητέρας από τον σύζυγο/σύντροφο είτε με την κακοποίηση των ίδιων των παιδιών– τα τραύματα που δημιουργούνται εκφράζονται συχνά με επιθετικές ή παραβατικές συμπεριφορές, εξηγεί στη «Χαραυγή» η Καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας, Δήμητρα Σορβατζιώτη, ενώ τονίζει παράλληλα πως η απουσία συναισθηματικής στήριξης και θετικών προτύπων ενισχύει τον φαύλο κύκλο, ενώ η σχολική αποτυχία, η περιθωριοποίηση και η επιρροή συνομηλίκων με παραβατική κουλτούρα απομακρύνουν τον έφηβο από τις θετικές κοινωνικές δομές.

Κληθείσα να σχολιάσει κατά πόσον το οικονομικό πλαίσιο (η φτώχεια συγκεκριμένα) παίζει κάποιο ρόλο έτσι ώστε να παρουσιαστεί παραβατικότητα, η κα Σορβατζιώτη υποδεικνύει ότι οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες αποτελούν επίσης σημαντικό συμπαράγοντα. Η φτώχεια, αναφέρει και η κοινωνική ανισότητα εντείνουν την αίσθηση αδικίας και αποκλεισμού.

«Παρά ταύτα, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι οι φτωχοί δεν είναι εγκληματίες. Η φτώχεια από μόνη της δεν οδηγεί στο έγκλημα, αλλά σε συνδυασμό με βία, παραμέληση ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξάνει την ευαλωτότητα των νέων».

Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη εποχή, τονίζει πως προσθέτει νέες προκλήσεις. Όπως σημειώνει, η υπερέκθεση στη βία μέσω διαδικτύου και κοινωνικών δικτύων, η διάρρηξη των παραδοσιακών δεσμών (οικογένεια, γειτονιά, κοινότητα), αλλά και η χρήση χημικών ρυθμιστών της διάθεσης –αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες ή ανεξέλεγκτη κατανάλωση φαρμάκων– επιδρούν αρνητικά στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των εφήβων.

Η καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο σχολείο, υπογραμμίζοντας πως ο ρόλος του σχολείου είναι ιδιαίτερα σημαντικός. «Ένα σχολείο που καλλιεργεί το σεβασμό ενισχύει τις κοινωνικές δεξιότητες και στηρίζει τα παιδιά που βιώνουν βία, μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην παραβατικότητα. Στην Κύπρο έχουν ήδη γίνει εξαιρετικά βήματα μέσω προγραμμάτων για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας, που στηρίζουν τόσο τους μαθητές, όσο και τους εκπαιδευτικούς».

Καταληκτικά, η επιστήμονας μιλά για την τιμωρία και αναφέρει ότι η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αυστηρή τιμωρία δεν αποδίδει. «Αποτελεσματικότερες είναι οι εναλλακτικές λύσεις: ψυχοθεραπευτικά και συμβουλευτικά προγράμματα, διαμεσολάβηση με το θύμα, στήριξη οικογενειών που βιώνουν βία, εκπαιδευτικά και θεραπευτικά προγράμματα επανένταξης. Με τέτοιες παρεμβάσεις, ο ανήλικος αναλαμβάνει ευθύνη χωρίς να στιγματίζεται και βρίσκει προσωπική ταυτότητα στο δρόμο κοινωνικής ένταξης».

Το αίσθημα του ανήκειν

Αξίζει να σημειωθεί πως, σ’ ένα εκτενές άρθρο, η κοινωνιολόγος και Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μαρία Μουζάκη, σκιαγραφώντας τη νεανική παραβατικότητα, κάνει μεταξύ άλλων αναφορά στην ανάγκη να ανήκει ένα παιδί σε μια ομάδα. 

Όπως γράφει, δεν πρέπει να παραλείπεται η διαχρονικά έμφυτη ανάγκη του ανήκειν σε μία κοινωνική ομάδα, από την οποία απορρέει η αίσθηση της αποδοχής. Μία ανάγκη, εξηγεί, που είναι εντονότερη κατά την εφηβεία και σχετίζεται με την αυτοεικόνα και την αυτοεκτίμηση του ατόμου, με τις επιπτώσεις της να είναι άμεσες και σφοδρές στην ψυχοσυναισθηματική και στη σωματική του υγεία.

«Το να είσαι αποδεκτός, ενταγμένος σε μία ομάδα συνδέεται με ένα σύνολο θετικών συναισθημάτων, καθώς και με την επιβεβαίωση της ταυτότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, το άτομο βιώνει αρνητικά συναισθήματα και σύγχυση. Είναι εξίσου πιθανό να εκδηλώσει συμπεριφορικά προβλήματα, καθώς και ψυχοσυναισθηματικές διαταραχές. Η αποδοχή, δε, από τους συνομηλίκους είναι ιδιαίτερα σημαντική, συμβάλλοντας στη γνωστική, στην ψυχοσυναισθηματική και στην κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου, με ανάλογες επιπτώσεις κατά την ενήλικη ζωή του, όπως και στην αυτοεικόνα του. Όσο πιο δημοφιλής νιώθει κάποιος, τόσο περισσότερο νιώθει δυνατός και ενισχύεται η αυτοεκτίμησή του. Μία σχέση που ενδέχεται να οδηγήσει στην άκριτη υιοθέτηση και αποδοχή προτύπων και συμπεριφορών, ακόμα και στη συναισθηματική εξάρτηση, προκειμένου το άτομο να “επιβεβαιώσει” την πίστη του στην ομάδα και να νιώσει μέλος της».

Πηγή: dialogos.com.cy


Youth Delinquency: Data for Cyprus and the Main Causes

Youth delinquency has always been a concern for societies and governments, without necessarily being the subject of thorough research or being addressed at its root. In Cyprus, the phenomenon is showing an alarming increase, as the data indicate, making it imperative for the state to deal with the issue more decisively.

According to official Police statistics on juvenile involvement in serious crimes and minor offenses, in 2024 a total of 497 cases were recorded, involving 761 minors. Of these, 725 were boys and 36 girls. Forty-six minors were under 14 years old, 217 were aged 14–15, and 498 were 16–17 years old.

In 2023, 404 cases were recorded involving 598 minors: 546 boys and 52 girls. Of these, 240 concerned serious crime and 164 minor offenses. Thirty-four minors were under 14, 208 were 14–15, and 356 were 16–17 years old.

The data show a surge in youth delinquency: in 2024, there were 299 serious cases involving 459 minors (438 boys and 21 girls). As for minor offenses, 198 cases were recorded, involving 287 boys and 15 girls.

In 2023, the serious cases numbered 240, with 348 minors involved (314 boys and 34 girls). There were also 164 minor offenses involving 232 boys and 18 girls. In 2022, 207 serious cases involving minors were recorded, with 219 boys and 52 girls. Additionally, 301 minor offenses by juveniles were reported.

Family Issues and Domestic Violence

Youth delinquency is a complex social phenomenon closely linked to the family and social environment. When a child grows up in conditions of domestic violence—whether through abuse of the mother by the father/partner or abuse of the children themselves—the psychological wounds often manifest as aggressive or delinquent behavior, explains Professor of Criminal Law and Criminology Dimitra Sorvatzioti in an interview with Haravgi. She adds that the lack of emotional support and positive role models reinforces this vicious cycle, while school failure, marginalization, and peer influence with delinquent culture drive adolescents away from positive social structures.

Asked whether poverty plays a role in delinquency, Prof. Sorvatzioti notes that adverse economic conditions are also an important contributing factor. Poverty and social inequality, she says, intensify feelings of injustice and exclusion.

“Nevertheless, it must be clear that the poor are not criminals. Poverty alone does not lead to crime, but when combined with violence, neglect, or social exclusion, it increases young people’s vulnerability.”

In today’s era, she adds, new challenges arise. Overexposure to violence through the internet and social media, the breakdown of traditional bonds (family, neighborhood, community), and the use of mood-altering substances—alcohol, drugs, or uncontrolled medication—negatively affect adolescents’ psychosocial development.

She places special emphasis on the role of schools:
“A school that cultivates respect, enhances social skills, and supports children experiencing violence can act as a barrier to delinquency. In Cyprus, important steps have already been taken through prevention and anti-violence programs that support both students and teachers.”

Finally, she stresses that punishment alone is ineffective:
“International experience shows that harsh punishment does not work. More effective are alternative solutions: psychotherapeutic and counseling programs, victim-offender mediation, support for families experiencing violence, and educational and therapeutic reintegration programs. Such interventions help minors take responsibility without being stigmatized, finding a personal identity on the path to social inclusion.”

The Sense of Belonging

Sociologist and PhD holder at the University of the Peloponnese, Maria Mouzaki, in an extensive article on youth delinquency, also highlights the importance of belonging to a group.

She writes that the timeless need to belong to a social group—which provides acceptance—must not be overlooked. This need is especially strong during adolescence and is tied to self-image and self-esteem, with direct and profound impacts on emotional and physical health.

“Being accepted and integrated into a group is linked to a set of positive emotions and the affirmation of one’s identity. Conversely, exclusion brings negative emotions and confusion. It may also trigger behavioral problems and emotional disorders. Acceptance by peers is particularly crucial, contributing to cognitive, emotional, and social development, with lasting effects in adulthood as well as on self-image. The more popular one feels, the stronger and more confident they become, with reinforced self-esteem. However, this relationship may also lead to the uncritical adoption of group norms and behaviors, or even emotional dependence, in order to ‘prove’ loyalty to the group and feel part of it.”

Source: dialogos.com.cy


Подростковая преступность: данные по Кипру и основные причины

Подростковая преступность всегда была и остаётся проблемой для общества и государственных властей, хотя далеко не всегда проводятся всесторонние исследования и принимаются меры на раннем этапе. На Кипре это явление демонстрирует тревожный рост, о чём свидетельствуют статистические данные, что делает необходимость более серьёзного подхода государства к проблеме крайне актуальной.

Согласно официальной статистике полиции о вовлечении несовершеннолетних в серьёзные преступления и мелкие правонарушения, в 2024 году было зарегистрировано 497 дел с участием 761 несовершеннолетнего. Из них 725 — мальчики и 36 — девочки. 46 несовершеннолетних были младше 14 лет, 217 — в возрасте 14–15 лет и 498 — 16–17 лет.

В 2023 году было зарегистрировано 404 дела с участием 598 несовершеннолетних: 546 мальчиков и 52 девочки. Из них 240 относились к серьёзным преступлениям и 164 — к мелким правонарушениям. 34 несовершеннолетних были младше 14 лет, 208 — в возрасте 14–15 лет и 356 — 16–17 лет.

Данные показывают всплеск подростковой преступности: в 2024 году было зафиксировано 299 серьёзных дел с участием 459 несовершеннолетних (438 мальчиков и 21 девочка). Что касается мелких правонарушений, было зарегистрировано 198 дел с участием 287 мальчиков и 15 девочек.

В 2023 году серьёзных дел было 240, в которых участвовали 348 несовершеннолетних (314 мальчиков и 34 девочки). Также было зафиксировано 164 мелких правонарушения с участием 232 мальчиков и 18 девочек. В 2022 году зарегистрировано 207 серьёзных дел с участием несовершеннолетних, в которых участвовали 219 мальчиков и 52 девочки. Кроме того, было зафиксировано 301 мелкое правонарушение несовершеннолетними.

Семья и домашнее насилие

Подростковая преступность — это сложное социальное явление, тесно связанное с семейной и общественной средой. Когда ребёнок растёт в условиях домашнего насилия — будь то насилие над матерью со стороны мужа/партнёра или насилие над самими детьми — психологические травмы нередко выражаются в агрессивном или девиантном поведении, объясняет профессор уголовного права и криминологии Димитра Сорвациоти в интервью газете Харавги. Она также подчёркивает, что отсутствие эмоциональной поддержки и положительных примеров усиливает замкнутый круг, тогда как неуспеваемость в школе, маргинализация и влияние сверстников с криминальной культурой отдаляют подростка от позитивных социальных структур.

Отвечая на вопрос о том, играет ли бедность роль в проявлении подростковой преступности, профессор Сорвациоти указывает, что неблагоприятные экономические условия также являются важным фактором. По её словам, бедность и социальное неравенство усиливают чувство несправедливости и исключённости.

«Тем не менее, нужно ясно понимать, что бедные — не преступники. Сама по себе бедность не ведёт к преступности, но в сочетании с насилием, пренебрежением или социальным отчуждением повышает уязвимость молодёжи».

Говоря о современности, она отмечает, что появляются новые вызовы. Чрезмерное воздействие сцен насилия через интернет и социальные сети, разрушение традиционных связей (семья, соседство, община), а также употребление психоактивных веществ — алкоголя, наркотиков или бесконтрольный приём медикаментов — негативно влияют на психосоциальное развитие подростков.

Особую роль профессор отводит школе:
«Школа, которая воспитывает уважение, развивает социальные навыки и поддерживает детей, переживающих насилие, может стать барьером для преступности. На Кипре уже сделаны серьёзные шаги через программы профилактики и борьбы с насилием, поддерживающие как учеников, так и учителей».

В заключение она подчёркивает, что суровое наказание неэффективно:
«Международный опыт показывает, что строгие наказания не работают. Более эффективны альтернативные меры: психотерапевтические и консультативные программы, медиация с жертвой, поддержка семей, переживающих насилие, образовательные и реабилитационные программы по ресоциализации. Такие меры позволяют несовершеннолетнему взять ответственность без стигматизации и обрести личную идентичность на пути к социальной интеграции».

Чувство принадлежности

Социолог и доктор Университета Пелопоннеса Мария Музаки в своей обширной статье о подростковой преступности также подчёркивает важность принадлежности к группе.

Она пишет, что нельзя упускать из виду врождённую потребность принадлежать к социальной группе, которая даёт чувство принятия. Эта потребность особенно ярко выражена в подростковом возрасте и связана с образом «Я» и самооценкой, оказывая непосредственное и серьёзное влияние на эмоциональное и физическое здоровье.

«Быть принятым и интегрированным в группу — значит испытывать положительные эмоции и подтверждать свою идентичность. В противном случае человек сталкивается с отрицательными эмоциями и растерянностью. Существует высокая вероятность развития поведенческих проблем и эмоциональных расстройств. Принятие со стороны сверстников особенно важно, оно способствует когнитивному, эмоциональному и социальному развитию личности, с долгосрочными последствиями во взрослой жизни и на формирование самооценки. Чем более популярным чувствует себя подросток, тем сильнее и увереннее он становится, тем выше его самооценка. Однако эта связь может привести и к безусловному принятию норм и моделей поведения группы, а также к эмоциональной зависимости, чтобы “доказать” преданность группе и почувствовать себя её частью».

Источник: dialogos.com.cy

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

error: Content is protected !!