Text follows in English

Μέσα σε μια ζεστή και συγκινητική ατμόσφαιρα πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα, στη Λάρνακα, η παρουσίαση του νέου βιβλίου της Κατερίνας Νεοφύτου, με τίτλο «Η Βεράντα με τις Βουκαμβίλιες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΛΜΥΡΑ.
Το κοινό κατέκλυσε τον χώρο, αποδεικνύοντας την απήχηση της συγγραφέως και την αγάπη του για τη λογοτεχνία. Για το βιβλίο μίλησε με θερμά λόγια η δημοσιογράφος Ιωάννα Χριστοδούλου, η οποία με τη διεισδυτική ματιά και την ευαισθησία της ανέδειξε την ουσία και τη λυρικότητα του έργου.

Ακολουθεί η ομιλία της Ιωάννας Χριστοδούλου από την εκδήλωση:
Καλησπέρα σε όλες και όλους.
Καταρχάς, να ευχαριστήσω την Κατερίνα για την πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο της.
Ένα βιβλίο που διάβασα με έντονο ενδιαφέρον και… μια δόση αμηχανίας.
Αμηχανίας γιατί πάντοτε το βρίσκω δύσκολο, ως αναγνώστρια, να αποστασιοποιηθώ από τους συγγραφείς όταν τους γνωρίζω προσωπικά. Το έχω ξαναβιώσει, ως αναγνωστική εμπειρία, στα πρώτα έργα όπου οι συγγραφείς, όπως λέγεται, “δανείζουν” τον εαυτό τους στις ηρωίδες και τους ήρωές τους.
Στα πρώτα έργα, ως αναγνώστης, πέφτεις στην παγίδα, σχεδόν αυτόματα, ίσως και μάταια, να μπεις στη διαδικασία να αναζητήσεις τον άνθρωπο που γνωρίζεις, ανάμεσα στους χαρακτήρες, τις περιγραφές, τις στιχομυθίες.

Προσπάθησα να το αποφύγω στην ανάγνωση της Βεράντας με τις Βουκαμβίλιες αλλά, οφείλω να ομολογήσω, ότι απέτυχα.
Σκόνταψα αρκετές φορές στην ανάγκη να εντοπίσω, μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ψήγματα πραγματικότητας – κι όχι μονάχα μιας μυθοπλασίας που εκτυλίσσεται στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα και τοποθετείται σε μια παραλιακή πόλη με χρυσή αμμουδιά.
Παρ’ όλα αυτά, όταν έκλεισα το βιβλίο, είχα ήδη δώσει τη δική μου μορφή στους ήρωες και τις ηρωίδες – σε μια προσπάθεια βαθιάς καταβύθισης στην ιστορία που τόσο γενναιόδωρα μας διηγείται η Κατερίνα ως συγγραφέας.
Δεν είμαι όμως σίγουρη αν πρέπει να την αποκαλούμε “συγγραφέα” ή “παραμυθού”. Και θα εξηγήσω.

Με την Κατερίνα δεν μεγαλώσαμε μαζί. Όμως η ζωή τα έφερε έτσι, που περνούσα τα καλοκαίρια μου μαζί της – μια σχέση κυρίως θερινή, δηλαδή, που εκτυλισσόταν σε μια αυλή που ένωνε δύο προσφυγικά σπίτια, στον συνοικισμό “Κόκκινες”. Ήταν η μεγαλύτερη ξαδέλφη μου από τη Λάρνακα· μιλούσε πάντα πολύ και πάντα δυνατά – πόσω μάλλον όταν την έπνιγε κάποιο μικρό ή μεγάλο δίκιο. Πάντα κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο ή ένα περιοδικό – μια εικόνα γνώριμη για όσους μεγάλωσαν στην ευρύτερη οικογένειά της. Συχνά παρατηρούσα τον γραφικό της χαρακτήρα· είχε κι αυτός μια εκφραστικότητα, σχεδόν όμοια με της φωνής της. Το θέμα, όμως, δεν είναι απλώς να μιλάς ή να γράφεις. Το ζήτημα είναι τι κουβαλάς μέσα σου και πώς επιλέγεις να το μοιραστείς· τι έχεις πραγματικά να πεις και, το κυριότερο, να προσθέσεις. Οι λέξεις, μόλις βγουν απ’ το στόμα, ανήκουν πια στον ακροατή. Κι όταν γραφτούν, στον αναγνώστη.
Η Κατερίνα ήταν ανέκαθεν παραμυθού. Ίσως και να αναγιώθηκε έτσι.
Μάζευε ιστορίες, παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της και, σε ανύποπτο χρόνο, τις αφηγούνταν – βάζοντας καμιά φορά και τη δική της “σάλτσα”. Τις σέρβιρε, απ’ όσο θυμάμαι καθαρά, σε ένα κοινό πρόθυμο ν’ ακούσει το πάθος και την αλήθεια που προσπαθούσε να μεταφέρει. Ή, καλύτερα, να μεταδώσει.
Θα δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως μου έχει αποτυπωθεί στο παιδικό μου μυαλό: την Κατερίνα, που πολύ συχνά έκανε αναφορές στο Βαρώσι. Για πολλά χρόνια – κι ενώ γνώριζα πολύ καλά πως ήταν βρέφος το καλοκαίρι του ’74 – επέμενα, με το παιδικό μου μυαλό, να τη φαντάζομαι και να τη σχηματοποιώ ως ενήλικη γυναίκα, κάθε φορά που μιλούσε για την προσφυγιά και τον πόλεμο. Έτσι έμοιαζε.

Χρόνια αργότερα, στις σπουδές μου, όταν κλήθηκα να διαπραγματευτώ και να διαχειριστώ αυτό που η μέντοράς μου αποκαλούσε «δοτή μνήμη» για τη μεταπολεμική γενιά των Κυπρίων, θυμήθηκα έντονα την Κατερίνα. Εκείνη που, χωρίς προσωπικές μνήμες ή εικόνες του ’74, κουβαλούσε εντούτοις μια μνήμη συλλογική· έφερε μέσα της όλα όσα η πρώιμη μεταπολεμική γενιά της Κύπρου σήκωσε με τον ερχομό της. Την κυτταρική –αν μου επιτρέπεται ο όρος– μνήμη· τις ιστορίες και τις αφηγήσεις της ζωής των άλλων, που έγιναν ιστορίες ζώσες, σε σενάρια που δεν έμελλε να εξελιχθούν όπως εξελίχθηκαν. Κι ας ελπίσουμε πως δεν θα καταλήξουν έτσι.
Παραμυθού, λοιπόν, η συγγραφέας του βιβλίου στα παιδικά μου μάτια τη δεκαετία του ’80, αλλά και εν δυνάμει ερασιτέχνης φιλόσοφος στα πρώτα μισά της δεκαετίας του ’90.
Έχω πολλές επιστολές της από την περίοδο που σπούδαζε στην Αμερική, και θέλω να μιλήσω για μία λεζάντα, γραμμένη πάνω σε μια φωτογραφία της, όπου στέκεται μπροστά από θεόρατους ουρανοξύστες – ήταν τότε που δεν είχαμε επενδυτές στην Κύπρο.
Μου γράφει η Κατερίνα, που από τον προσφυγικό συνοικισμό βρέθηκε στις μεγαλουπόλεις, και αντί για ύφος θαυμασμού προς τα αρχιτεκτονήματα, είχε μάλλον ένα ύφος ειρωνικό: “Κοίτα, ξαδέλφη, τι τεράστια κτίρια χτίζουν οι άνθρωποι, για να γίνονται ένα τίποτα μπροστά τους”.
Διαβάζοντας σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, το βιβλίο της, και αποτυγχάνοντας να μην ψάξω κάπου αυτή την Κατερίνα, τη βρήκα τελικά αλλού: στον ενθουσιασμό και την επιμονή της Ανθούσας, στην ωριμότητα και τον ρομαντισμό της Φωτεινής, στον δυναμισμό της Ελένης. Η Κατερίνα μεγάλωσε ανάμεσα σε πολλές “Ελένες”.

Μέσα στις μουσελίνες, τα σιφόν και τις δαντέλες του βιβλίου της, κέντησε κι η ίδια μια ιστορία που τοποθετείται στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, με το νήμα να καταλήγει στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο πώς τον βίωσαν, στον μικρόκοσμό τους, οι ηρωίδες και οι ήρωές της.
Μας μιλά για οικογενειακούς δεσμούς, για τον έρωτα και για τα όνειρα που διαπερνούν τις κοινωνικές τάξεις – από τα όνειρα της Μαντάμ Ζιρού ως τα όνειρα των ανθρώπων στις φτωχογειτονιές της πόλης.
Μα, πάνω απ’ όλα, μας μιλά για τις γυναίκες -και για τους άντρες που πορεύτηκαν πλάι τους- μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας πατριαρχικής κοινωνίας.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι “Η Βεράντα με τις Βουκαμβίλιες” αφορά σε μια γλαφυρή ηθογραφία, αλλά καλύτερα ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη “τοιχογραφία”. Μια ζωντανή τοιχογραφία της Κύπρου του περασμένου αιώνα.
Λέει η Ελένη της: “Επέλεξα, Φωτεινή μου, να μην παντρευτώ, γιατί τότε, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα, μια γυναίκα ανήκε είτε στον πατέρα της, είτε στα αρσενικά αδέλφια της, είτε στον σύζυγό της. Κι εγώ ήθελα να ανήκω σε μένα”.
Μα πρώτα είπε: “Καταγόμαστε από μια γενιά γυναικών που, όταν βάλουν κάτι στο μυαλό τους, μάχονται να το πετύχουν. Οι άλλοι μας λένε ξεροκέφαλες, με γινάτι. Εγώ λέω πως είμαστε δυνατές και έξυπνες.”

«Η Βεράντα με τις Βουκαμβίλιες», αν ήταν γραμμένη από άλλο χέρι, θα μπορούσε να ήταν μια όμορφη αποτύπωση της εποχής, γεμάτη γιασεμιά και λεμονανθούς, με μια ελαφριά νοσταλγία για το παρελθόν και επιδερμικές αναφορές στις πρώτες προσπάθειες αστικοποίησης που επιτελούνταν στις αγροτικές κοινωνίες. Μια αναμνησιολογικά ευχάριστη, δηλαδή, αναπαράσταση της εποχής.
Η Κατερίνα, όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν γράφει για να νοσταλγήσει.
Γράφει για να θυμίσει, να υπενθυμίσει και να φέρει στο φως όλα όσα συχνά κρύβονται κάτω από το χαλί της «παράδοσης», πατώντας γερά στην κοινωνική πραγματικότητα – μια πραγματικότητα που οργανώνεται γύρω από τον άξονα της ταξικής διάκρισης.
Γιατί η καθημερινότητα, όπως σκιαγραφείται στο βιβλίο, δεν είναι ίδια για όλους. Δεν ήταν ίδια για το κορίτσι, που παντρεύτηκε δεκάξι χρονών, μ’ αυτή της Γαλλίδας, με τις ασημένιες δαχτυλήθρες. Ούτε για το αγόρι που έπαιζε στις φτωχογειτονιές, ούτε για τον πατέρα που κατέγραφε την προίκα της κόρης του.
Η πρωταγωνίστρια της Κατερίνας, η Ελένη, η μοδίστρα που μαθητεύει κοντά στη Γαλλίδα μαντάμ Ζιρού, γίνεται γέφυρα ανάμεσα στον «κόσμο των κυριών» και των κοριτσιών που μαθαίνουν την τέχνη. Κάτι που δεν συνέβαινε πάντα από επιλογή, αλλά, συχνά, από ανάγκη. Αν σταθούμε στις ηρωίδες της Κατερίνας, θα δούμε γυναίκες που ντύνονται, άλλοτε με προσδοκίες και άλλοτε με απαγορεύσεις· με ρόλους επιβαλλόμενους και, κυρίως, με σιωπές.
Που δεν βρίσκουν πάντα τον δρόμο προς τον λόγο.
“Η Βεράντα με τις Βουκαμβίλιες” αγγίζει και το ζήτημα των σχέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Όχι μέσα από αυστηρά ιδεολογικά σχήματα, αλλά μέσα από εικόνες κοινής ζωής.
Η Κατερίνα δεν εξιδανικεύει, αλλά ούτε και καταγγέλλει. Αντίθετα, μας φέρνει αντιμέτωπους με το αυτονόητο: οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι έμφυτες· είναι, πολλές φορές, κατασκευασμένες.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο, δεν αντηχεί ως έκρηξη· μοιάζει περισσότερο με ηχώ.
Το νησί μοιάζει να στέκει θεατής, όμως οι Κύπριοι στρατεύονται και, κάποιοι, μένουν πίσω, περιμένοντας ένα γράμμα. Έτσι, η Κύπρος του βιβλίου είναι μια Κύπρος που πονά σιωπηλά, πληγώνεται χωρίς να φωνάζει και μετρά τα λόγια της.

Ενίοτε σιωπά κι αυτή, όπως και οι ηρωίδες του βιβλίου.
Λέει σε κάποιο σημείο η μαντάμ Ζιρού: «Όπως σας έχω πει, κογίτσια, καλή μοδίστγρα δεν είναι αυτή που κόβει και γράβει σωστά, αλλά εκείνη που παγατηγεί».
Η καλή μοδίστρα είναι αυτή που παρατηρεί.
Κι η γραφή της Κατερίνας αυτό κάνει. Δεν κάνει θόρυβο. Παρατηρεί, αφηγείται, αλλά διαπερνά.
Και στο τέλος, αυτό που μας αφήνει δεν είναι απλώς η εικόνα ενός περασμένου κόσμου· είναι ένα ερώτημα που επιστρέφει σ’ εμάς: Ποια είναι η θέση μας σήμερα απέναντι στην κοινωνία; Πόσα από αυτά τα πρόσωπα τα συναντάμε ακόμη γύρω μας – με άλλα ονόματα, με άλλα ρούχα; Και, τελικά, πόσο μπορούμε, ή πόσο μας επιτρέπεται, να επηρεάζουμε, στη σύγχρονη εποχή, τις αποφάσεις που λαμβάνονται για εμάς.
Μέρες που είναι, και καλούμαστε να κατεβάσουμε την εφαρμογή SafeCY στο κινητό μας, αξίζει να διαβάσουμε τη συνομιλία του, κατά τα άλλα συμπαθητικού, κυρίου Περικλή με τον γιο του. Λέει ο Περικλής: «Δεν έχει άλλο παγκόσμιο πόλεμο, μην ανησυχείτε – Μάθαμε από τα λάθη μας”.
Κι απαντά ο γιος του: «Κανένας τους δεν έμαθε από τα λάθη, πατέρα. Η δύναμη και το χρήμα είναι αυτά που διαφεντεύουν. Άλλωστε εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις ούτε σκοτώνονται ούτε δυστυχούν. Ο κοσμάκης είναι εκείνος που πληρώνει πάντα τα δικά τους λάθη”.
Η γραφή της Κατερίνας δεν κηρύττει· μιλά για μικρές ζωές που κουβαλούν μεγάλες αλήθειες.
Για ανθρώπους που, όπως γράφει η ίδια, «όσο κι αν προσπάθησαν να σταματήσουν τον χρόνο, δεν τα κατάφεραν. Η ζωή τούς χτυπούσε την πόρτα πεισματικά».
Κλείνοντας, να τολμήσω να πω ότι «Η Βεράντα με τις Βουκαμβίλιες» μπορεί να μην είναι τελικά βεράντα. Ίσως είναι μια αυλή, σαν αυτές που κουβαλάμε στη μνήμη μας, μεγάλες όσο τις θυμόμαστε. Βεράντα ή αυλή, το σίγουρο είναι πως η βουκαμβίλια είναι ένα φυτό με πολλή γινάτι.
Ευχές στην Κατερίνα το βιβλίο της να είναι καλοτάξιδο.

Great success marked the presentation of Katerina Neophytou’s book “The Terrace with the Bougainvilleas” in Larnaca
In a warm and moving atmosphere, the presentation of Katerina Neophytou’s new book, The Terrace with the Bougainvilleas, published by Almyra Editions, took place last week in Larnaca.
The venue was filled with attendees, confirming both the author’s wide appeal and the public’s love for literature. Journalist Ioanna Christodoulou spoke about the book with heartfelt words, highlighting its essence and lyricism through her perceptive and sensitive approach.
Below is Ioanna Christodoulou’s speech from the event:
Good evening, everyone.
First of all, I would like to thank Katerina for inviting me to speak about her book.
A book I read with deep interest and… a touch of unease.
Unease, because as a reader, I always find it difficult to remain detached from writers I know personally. I’ve experienced it before—those early works where authors, as they say, “lend” themselves to their protagonists.
In such works, as readers, we almost inevitably fall into the trap—perhaps in vain—of trying to locate the person we know within the characters, the descriptions, the dialogue.
I tried to avoid that while reading The Terrace with the Bougainvilleas, but I must confess—I failed.
More than once, I stumbled over my own need to detect traces of truth within the pages—not just fiction unfolding in the first half of the last century, set in a seaside town with golden sands.
And yet, by the time I closed the book, I had already given form to the heroes and heroines—a personal attempt at immersing myself in the story Katerina so generously shares with us.

But I’m not entirely sure whether we should call her an “author” or a storyteller. And I’ll explain why.
I didn’t grow up with Katerina. But life led us to spend our summers together—mainly a summer bond, lived out in a courtyard that connected two refugee homes in the “Kokkines” settlement.
She was my older cousin from Larnaca—always talking a lot, and always loudly—especially when she was burning with some small or big injustice.
She always held a book or magazine in her hands—a familiar image for those who grew up in her extended family. I often noticed her handwriting, which had a kind of expressiveness much like her voice.
But speaking or writing isn’t the whole story. What matters is what you carry inside, and how you choose to share it—what you truly have to say, and more importantly, what you can contribute. Once words are spoken, they belong to the listener. Once written, to the reader.
Katerina has always been a storyteller. Perhaps she was raised that way.
She collected stories, observed the world around her, and at unexpected moments, would recount them—sometimes adding her own “flavor.” She served them, as I clearly remember, to an audience eager to hear the passion and truth she tried to express—or better yet, to transmit.
I’ll share a vivid childhood memory that illustrates this: Katerina often spoke of Varosha. For years—even though I knew she had been just a baby in the summer of ’74—I insisted, in my childish mind, on imagining her as a grown woman each time she spoke of war and displacement. That’s how she felt.
Years later, during my university studies, I was asked to explore what my mentor called “inherited memory” among Cyprus’s post-war generation. And I thought of Katerina.
The one who, though she had no personal memories or images from ’74, carried a collective memory within her. She bore all that the early post-war generation of Cyprus inherited. A kind of cellular memory, if I may say so—stories and lived experiences of others that became living narratives, written into scripts that did not evolve as they should have. Let’s hope they never do again.
A storyteller, then, through the eyes of my childhood in the 1980s—and perhaps an amateur philosopher in the early 1990s.
I have many letters from her university years in America, and I want to share a caption she wrote on a photo of herself standing before towering skyscrapers—back then, Cyprus had no investors yet.
Katerina, from the refugee settlement to the big city, didn’t look at the skyscrapers with awe. Instead, her tone was ironic:
“Look, cousin, at the enormous buildings people construct—just to become nothing in front of them.”
Reading her book now, thirty years later, and failing to avoid looking for that Katerina, I ultimately found her elsewhere:
—in Anthousa’s enthusiasm and persistence,
—in Fotini’s maturity and romanticism,
—in Eleni’s dynamism.
Katerina grew up among many “Elenis.”
Amid the muslin, chiffon, and lace that adorn her novel, she embroidered a story set in the first half of the 20th century, leading up to WWII and the ways her characters experienced it in their own small world.
She speaks to us about family bonds, about love, and about dreams that transcend social classes—from Madame Giroux’s aspirations to those of the people in the poor neighborhoods.
But above all, she speaks to us about women—and the men who walked beside them—within the suffocating framework of a patriarchal society.
One could say that “The Terrace with the Bougainvilleas” is a vivid portrayal of local life, but perhaps it’s better to use the word “mural.” A living mural of Cyprus in the last century.
Her Eleni says: “I chose not to marry, Fotini, because back then — even more so than now — a woman belonged either to her father, her brothers, or her husband. And I wanted to belong to myself.”
But first she said: “We come from a generation of women who, when they set their mind to something, fight to achieve it. Others call us stubborn and headstrong. I say we’re strong and intelligent.”
“The Terrace with the Bougainvilleas,” if it had been written by another hand, could have been a beautiful depiction of an era, full of jasmine and lemon blossoms, laced with a light nostalgia for the past and superficial references to the early signs of urbanization in rural communities. A pleasing recollection of bygone days.
But Katerina, I believe, does not write to indulge in nostalgia.
She writes to remind, to bring to light everything that often gets swept under the rug of “tradition,” firmly grounded in social reality — a reality structured around the axis of class distinction.
Because everyday life, as portrayed in the book, is not the same for everyone. It wasn’t the same for the girl married at sixteen and the French woman with the silver thimbles. Nor for the boy playing in the poor neighborhoods, or the father recording his daughter’s dowry.
Katerina’s protagonist, Eleni — the seamstress who apprentices with the French Madame Giroux — becomes a bridge between the “world of ladies” and the girls learning the trade. A connection not always born of choice, but often out of necessity.
If we focus on Katerina’s heroines, we’ll see women dressed sometimes in expectations and sometimes in prohibitions; in imposed roles and, above all, in silences.
Women who don’t always find their way to speech.
“The Terrace with the Bougainvilleas” also touches on Greek-Cypriot and Turkish-Cypriot relations — not through rigid ideological frameworks, but through images of shared life.
Katerina neither idealizes nor condemns. Instead, she confronts us with the obvious: the differences between people are not innate; they are, more often than not, constructed.
World War II, as captured in the book, doesn’t echo as an explosion — it feels more like a reverberation.

The island seems to stand as a spectator, yet Cypriots enlist, and some are left behind waiting for a letter. Thus, the Cyprus in the book is one that hurts silently, is wounded without crying out, and measures its words.
Sometimes, like the book’s heroines, it too falls silent.
At one point, Madame Giroux says: “As I’ve told you, girls, a good seamstress isn’t just the one who cuts and sews well — she’s the one who observes.”
A good seamstress is one who notices.
And that is what Katerina’s writing does. It doesn’t make noise. It observes, narrates, but also penetrates.
And in the end, what it leaves us with isn’t merely the image of a bygone world; it’s a question that comes back to us: What is our place in society today? How many of these characters do we still see around us — with different names, in different clothes? And ultimately, how much can we — or how much are we allowed to — influence the decisions made for us in today’s world?
Given the times we live in, when we are asked to download the SafeCY app on our phones, it is worth reading the conversation between the otherwise likeable Mr. Periklis and his son. Periklis says: “There’s no more world war coming, don’t worry — we’ve learned from our mistakes.”
And his son replies: “None of them have learned from their mistakes, father. Power and money still rule. And those who make the decisions are never the ones who die or suffer. It’s always the common people who pay for their mistakes.”
Katerina’s writing does not preach; it speaks of small lives carrying great truths.
Of people who, as she writes, “no matter how hard they tried to stop time, couldn’t. Life kept knocking on their door, stubbornly.”
And finally, let me dare say that “The Terrace with the Bougainvilleas” may not be a terrace after all. Perhaps it is a courtyard, like those we carry in our memories, large in proportion to how we remember them. Terrace or courtyard, one thing is certain: the bougainvillea is a plant full of grit.
Warm wishes to Katerina for her book’s journey — may it be a long and successful one.


