
Το SkalaTimes σήμερα αποχαιρετά με συγκίνηση τον σπουδαίο Έλληνα καλλιτέχνη Διονύση Σαββόπουλο, έναν δημιουργό που μέσα από τη μουσική και την ποίησή του κατάφερε να αγγίξει τις ψυχές χιλιάδων Ελλήνων σε όλη τη γη. Τα τραγούδια του δεν ήταν απλώς μελωδίες· ήταν συνοδοιπόροι της καθημερινότητας, παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές, έμπνευση στις ώρες της σιωπής, φως και ελπίδα όταν ο κόσμος γύρω σκοτείνιαζε. Ανάμεσα στα δεκάδες αριστουργήματα που άφησε πίσω του, εμείς επιλάξαμε μόνο τρία που- όπως και δεκάδες άλλα τραγούδια του-, ξεχωρίζουν σαν πολύτιμοι φάροι.
Το «Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά», ένα τραγούδι γεμάτο ευαισθησία, σοφία.
Το «Ας κρατήσουν οι χοροί», που ξεσηκώνει ψυχές.
Και τέλος, το «Καλοκαίρι», ο καλοκαιρινός ύμνος για πολλούς από εμάς, που μας νανούριζε από τότε που ήμασταν παιδιά.
Γιατί, αλήθεια, η ποίηση του Σαββόπουλου, κάνει καλό στην καρδιά!
Αιώνια θα μείνει η μνήμη σου, μεγάλε Διονύση Σαββόπουλε. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου, προικισμένη από ένα ταλέντο σπάνιο, και ας σε επιβραβεύσει για την τέχνη που τόσο απλόχερα άφησες πίσω σου, στον κόσμο, ως παρακαταθήκη.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά
Τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, 1979
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
Στην αγορά στο λαύριο
Είμαι μεγάλος με τιράντες και γυαλιά
Κι όλο φοβάμαι το αύριο
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα
Και μας κοιτάζουν με ματιά σαν κι αυτά
Όταν ξυπνούν στις δύο ή ώρα
Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει
Σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
Μα ο χρόνος ο αληθινός
Σα μικρό παιδί είναι εξόριστος
Μα ο χρόνος ο αληθινός
Είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός
Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά
Μα ούτε και στους μεγάλους
Είναι καιρός που έχω μάθει ξαφνικά
Πώς είμαι ασχημοπαπαγάλος
Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι
Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
Όταν γυρνάς μέσα στην πόλη
Ζούμε μέσα σ’ ένα όνειρο που τρίζει
Σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας
Μα ο χρόνος ο αληθινός
Σα μικρό παιδί είναι εξόριστος
Μα ο χρόνος ο αληθινός
Είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός
Ας κρατήσουν οι χοροί
Τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου 1983
Ας κρατήσουν οι χοροί
και θα βρούμε αλλιώτικα
στέκια επαρχιώτικα βρε
ώσπου η σύναξις αυτή
σαν χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί
Mέχρι τα ουράνια σώματα
με πομπούς και με κεραίες
φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα
κι ιστορία οι παρέες
Kάνει ο Γιώργος την αρχή
είμαστε δεν είμαστε
τίποτα δεν είμαστε βρε
κι ο Γιαννάκης τραγουδεί
άμα είναι όλα άγραφα κάτι θα βγει
Kαι στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να κι ο Άλκης ο μικρός μας
για να σμίξει παλιές
κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας
O ουρανός είναι φωτιές
ανεμομαζώματα
σπίθες και κυκλώματα βρε
και παρέες λαμπερές
το καθρεφτισμά τους στις ακρογιαλιές
Kι είτε με τις αρχαιότητες
είτε με ορθοδοξία
των Eλλήνων οι κοινότητες
φτιάχνουν άλλο γαλαξία
Να κι ο Mπάμπης που έχει πιει
κι η Λυδία ντρέπεται
που όλο εκείνη βλέπετε βρε
κι ο Αχιλλέας με τη Zωή
μπρος στην Πολαρόιντ κοιτούν γελαστοί
Τότε η Έλενα η χορεύτρια
σκύβει στη μεριά του Τάσου
και με μάτια κλειστά
τραγουδούν αγκαλιά
Εθνική Ελλάδος γεια σου
Τι να φταίει η Bουλή
τι να φταιν οι εκπρόσωποι
έρημοι και απρόσωποι βρε
αν πονάει η κεφαλή
φταίει η απρόσωπη αγάπη που ‘χε βρει
Mα η δικιά μας έχει όνομα
έχει σώμα και θρησκεία
και παππού σε μέρη αυτόνομα
μέσα στην τουρκοκρατία
Να μας έχει ο Θεός γερούς
πάντα ν’ ανταμώνουμε
και να ξεφαντώνουμε βρε
με χορούς κυκλωτικούς
κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς
Και στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να πυκνώνει ο δεσμός μας
και να σμίγει παλιές κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας
Καλοκαίρι
Τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, 1969
Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι
μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι
Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μέσ’ τις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι
Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει


