Text follows in English

Την απόφαση να μην ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, για την υπόθεση που διερευνήθηκε από την Αστυνομία σχετικά με τις δημόσιες δηλώσεις και αναρτήσεις του, ανακοίνωσε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Γιώργος Σαββίδης.
Ο Γενικός Εισαγγελέας στην ανακοίνωσή του αναφέρει ότι, παρά το γεγονός πως διαπιστώθηκε επαρκής μαρτυρία για το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου σε σχέση με τις δηλώσεις και αναρτήσεις του τέως Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, αποφασίστηκε τελικά να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του, με την προειδοποίηση ωστόσο ότι τυχόν επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς δεν θα γίνει ανεκτή.
Αυτούσια η ανακοίνωση του Γενικού Εισαγγελέα
«Αφορμή για τη διερεύνηση της υπόθεσης αποτέλεσαν οι δημόσιες δηλώσεις του τέως Γενικού Ελεγκτή κ. Οδυσσέα Μιχαηλίδη στην εκπομπή «Αιχμές» στις 20.5.2025, με ισχυρισμούς που άπτονταν της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του Συμβουλίου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν δικαιολογημένη ανησυχία και ευρεία δημόσια συζήτηση, οδηγώντας μάλιστα το ίδιο το Συμβούλιο σε άμεση δημόσια παρέμβαση, με την οποία κάλεσε τον κ. Μιχαηλίδη να προσκομίσει στοιχεία και να συνδράμει στην πλήρη διερεύνηση των ισχυρισμών του.
Στο πλαίσιο της υποχρέωσης της Πολιτείας να διασφαλίζει αφενός την ακεραιότητα και ανεξαρτησία των θεσμών και αφετέρου την ελευθερία έκφρασης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή στηρίζεται σε αληθή και τεκμηριωμένα γεγονότα, η Αστυνομία κάλεσε τον κ. Μιχαηλίδη να καταθέσει και/ή να παραδώσει στοιχεία που τυχόν κατείχε, ώστε να διερευνηθούν οι σοβαροί ισχυρισμοί που είχε προβάλει δημοσίως. Ωστόσο, η περαιτέρω διερεύνηση προς αυτήν την κατεύθυνση δεν κατέστη εφικτή, καθώς οι ισχυρισμοί του παρέμειναν μετέωροι, εφόσον δεν συνοδεύονταν από οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό ικανό να τους τεκμηριώσει.
Η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να στηρίζει τους ισχυρισμούς του κ. Μιχαηλίδη, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα του περιεχομένου τους, κατέστησε αναπόφευκτη τη διερεύνηση εις βάρος του, ως προς το ενδεχόμενο διάπραξης του αδικήματος της καταφρόνησης Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 44(1)(ε) του Νόμου 14/60. Ενόψει τούτου, η Νομική Υπηρεσία έχοντας υπόψη τα συστατικάστοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος περιλαμβανομένης και της έννοιας του όρου «Δικαστήριο» για σκοπούς εφαρμογής του Ν.14/60, έδωσε τις δέουσες οδηγίες προς την Αστυνομία.
Σημειώνεται ότι ο κ. Μιχαηλίδης, στο πλαίσιο της ανάκρισής του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το Συμβούλιο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν συνιστά «Δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 44(1)(ε) του Ν.14/60, θέση με την οποία διαφωνούμε.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 153.8 του Συντάγματος, κατά την κρίση μας συνιστά δικαστήριο υπό την ουσιαστική και λειτουργική έννοια του όρου. Η σύνθεσή του περιορίζεται αποκλειστικά σε Δικαστές του Δικαστηρίου, χωρίς τη συμμετοχή εξωθεσμικών προσώπων, ενώ η διαδικασία ενώπιον του είναι ρητώς δικαστικής φύσεως. Περιλαμβάνει την τήρηση όλων των θεμελιωδών δικονομικών εγγυήσεων, τη συλλογή και αξιολόγηση μαρτυρίας στο πλαίσιο επίλυσης συγκεκριμένης διαφοράς και την έκδοση δεσμευτικής απόφασης. Η δεσμευτικότητα της απόφασης επεκτείνεται ακόμη και στον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μονολότι είναι το Ανώτατο Θεσμικό Όργανο της Πολιτείας. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί γνωμοδοτικό ή διοικητικό όργανο. Η διάκριση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου από άλλες, διοικητικής φύσεως, συνθέσεις του ίδιου Δικαστηρίου ενισχύει περαιτέρω τον χαρακτηρισμό του ως Δικαστήριο καθότι, υπό αυτή του την ιδιότητα, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά («trappings») ενός Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο ερμηνευτικό μέρος του Ν.14/60, ο όρος «δικαστήριο» περιλαμβάνει και «οιονδήποτε δικαστήν» οποιουδήποτε δικαστηρίου. Συνεπώς, κάθε αναφορά στον εν λόγω Νόμο σε «δικαστήριο» καταλαμβάνει, εξ αντιδιαστολής, και τον εκάστοτε δικαστή που μετέχει στη σύνθεσή του.
Με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, η Νομική Υπηρεσία προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση του υλικού που εξασφαλίστηκε, περιλαμβανομένων όλων των δημόσιων δηλώσεων και αναρτήσεων του κ. Μιχαηλίδη, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούνταν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος συμπεριλαμβανομένου της «σκανδαλώδους φύσεως» πράξης, ήτοι η προσβολή του κύρους, της αμεροληψίας και της αξιοπιστίας του Δικαστηρίου. Η αξιολόγησή μας κατέληξε στο ότι για σκοπούς δίωξης υπάρχει επαρκής μαρτυρία που στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του υπό διερεύνηση αδικήματος, καθότι συγκεκριμένες ατεκμηρίωτες δηλώσεις και αναρτήσεις του αμφισβητούν ευθέως την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Συμβουλίου και των Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Οι εν λόγω δηλώσεις και αναρτήσεις του κ. Μιχαηλίδη περιέχουν βαρύτατους υπαινιγμούς περί έλλειψης ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και νομιμότητας της δικαστικής διαδικασίας και των δικαστών. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του ότι το αποτέλεσμα της απόφασης που αφορούσε στην παύση του ήταν γνωστό εκ των προτέρων, συνιστά σαφή αμφισβήτηση της αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του Συμβουλίου και των Δικαστών του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Επιπλέον, η αναφορά του κ. Μιχαηλίδη σε κρατικό αξιωματούχο που φέρεται να ανήκει στο στενό περιβάλλον του Προέδρου της Δημοκρατίας καθιστά τις δηλώσεις του ακόμη πιο επιβαρυντικές, καθώς δημιουργεί την εντύπωση εμπλοκής του εν λόγω Συμβουλίου και των Δικαστών σε υποτιθέμενη πολιτική διαπλοκή και εκτροπή από την απονομή ανεπηρέαστης δικαιοσύνης με μια «στημένη» δίκη καιπροαποφασισμένη την κατάληξη. Η αναφορά του, περαιτέρω, ότι το αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης για την απόλυσή του δεν ήταν 8-0 αλλά 12-0, με την ένταξη στους «αποφασίζοντες» του νυν και του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς και του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, εμπεριέχει σαφή και σοβαρό υπαινιγμό περί ύπαρξης συνεννόησης/συνωμοσίας και εξωτερικής παρέμβασης στην εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου.
Ο κ. Μιχαηλίδης, με τη στάση του, επέδειξε έλλειψη σεβασμού τόσο προς το θεσμικό αξίωμα που κατείχε όσο και προς το κύρος της Πολιτείας που υπηρέτησε. Ως πρόσωπο που υπηρέτησε σε κορυφαία θεσμική θέση, είχε αυξημένη υποχρέωση να τοποθετείται με υπευθυνότητα και πλήρη τεκμηρίωση. Η επιλογή του, αντί τούτου, να διατυπώσει ατεκμηρίωτους και προσβλητικούς ισχυρισμούς κατά της Δικαιοσύνης, συνιστά όχι μόνο ευθεία προσβολή προς τους θεσμούς αλλά και πλήρη ανακολουθία με τη θεσμική ιδιότητα που κατείχε και την αυξημένη ευθύνη που αυτή επέβαλλε.
Ανεξαρτήτως όμως της θέσης μας ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία για δίωξη, προχωρήσαμε να εξετάσουμε κατά πόσον αυτή ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις. Ως είθισται, συνεκτιμήσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες καθώς και όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή.
Πέραν του ότι οι δημόσιες δηλώσεις και αναρτήσεις του κ. Μιχαηλίδη έχουν ήδη τύχει ευρείας δημόσιας αποδοκιμασίας, τόσο σε πολιτικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, λαμβανομένης υπόψην της αδυναμίας του να τις τεκμηριώσει, η στάση του αυτή αλλά και το χρονικό πλαίσιο και ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να προβεί στις συγκεκριμένες αναφορές, αφήνουν τον ίδιο έκθετο αναδεικνύοντας το πραγματικό κίνητρό του πίσω από αυτές.
Από την άλλη, εκτιμούμε ότι σε μεταγενέστερες δημόσιες τοποθετήσεις του σε διάφορες εκπομπές, που περιλήφθηκαν στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, ο κ. Μιχαηλίδης επιχείρησε δημόσια να ανασκευάσει τα όσα είχε προηγουμένως δηλώσει. Από τις δηλώσεις αυτές θεωρούμε ότι ο κ. Μιχαηλίδης, αναγνωρίζοντας προφανώς το επιλήψιμο των προηγούμενων ισχυρισμών του, επιχείρησε να επεξηγήσει δημοσίως πως οι δηλώσεις του δεν στρέφονταν κατά του Δικαστηρίου, και ότι ο ίδιος ήθελε να προσδώσει μία πολιτική χροιά στο ζήτημα που ανέδειξε, που αφορούσε στην αίτηση για απόλυσή του.
Το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου σκοπό έχει να προστατεύσει το κύρος των φορέων της Δικαιοσύνης και του έργου του Δικαστηρίου. Η προσπάθεια του κ. Μιχαηλίδη να πλήξει το Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε απόφαση που οδήγησε στην απόλυσή του, απέτυχε, αφήνοντας τον σοβαρά εκτεθειμένο γιατί δεν τεκμηρίωσε κανέναν από τους ισχυρισμούς του.
Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τις μετέπειτα δηλώσεις του και την προσπάθεια ανασκευής από τον ίδιο των όσων λέχθηκαν προηγουμένως, καθώς και τον κίνδυνο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όξυνσης του δημόσιου κλίματος με μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την ανάγκη διαφύλαξης του κύρους και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, αποφασίσαμε να μην ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κ. Μιχαηλίδη.
Η απόφασή μας για μη άσκηση ποινικής δίωξης συνιστά μια δεύτερη ευκαιρία που παρέχεται στον κ. Μιχαηλίδη, συνοδευόμενη όμως από ρητή προειδοποίηση ότι δεν θα γίνει ανεκτή οποιαδήποτε επανάληψη παρόμοιων επιλήψιμων συμπεριφορών ή διατύπωσης εκ νέου των ίδιων ατεκμηρίωτων και προσβλητικών ισχυρισμών κατά της Δικαιοσύνης.
Η ελευθερία της έκφρασης είναι απολύτως σεβαστή και αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγεί σε συμπεριφορές που υπερβαίνουν τα όρια και καταλήγουν να πλήττουν το κύρος και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, που καθήκον μας είναι να προστατεύουμε.
Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι πρόσωπα με δημόσια θέση και ευρεία επιρροή φέρουν αυξημένη ευθύνη όταν προβαίνουν σε δηλώσεις που άπτονται του κύρους και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Ισχυρισμοί που διατυπώνονται χωρίς τεκμηρίωση μπορούν να πλήξουν σοβαρά τη δημόσια εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Τέλος, σε σχέση με το θέμα που προέκυψε από την εκφρασθείσα δυσαρέσκεια δημοσιογράφων για τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης με την υποβολή σε αυτούς ερωτημάτων τα οποία δεν ήταν αναγκαία για σκοπούς της συγκεκριμένης διερεύνησης, έχουμε προβεί σε ανάλογες συστάσεις προς την Αστυνομία για μελλοντικές έρευνες παρόμοιων υποθέσεων, για ορθότερο χειρισμό και αποφυγή μη αναγκαίων ενεργειών, σεβόμενοι τη δημοσιογραφική ιδιότητα και την ελευθερία του Τύπου, αρχές που συνιστούν θεμελιώδεις εγγυήσεις σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου και οι οποίες πρέπει να διαφυλάσσονται κατά τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών».
Πηγή: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
Attorney General: Odysseas Michaelides will not be prosecuted – Explicit warning that this is his last chance
The Attorney General of the Republic, George Savvides, announced the decision not to pursue criminal prosecution against Odysseas Michaelides regarding the case investigated by the Police concerning his public statements and posts.
In his announcement, the Attorney General stated that although sufficient evidence was found to support the offense of contempt of court in relation to the statements and posts of the former Auditor General, Odysseas Michaelides, it was ultimately decided not to prosecute him. However, he was warned that any repetition of similar conduct will not be tolerated.
Full statement of the Attorney General
“The investigation into the case was triggered by the public statements of the former Auditor General, Mr. Odysseas Michaelides, on the TV program ‘Aixmes’ on 20.5.2025, in which he made allegations concerning the independence and impartiality of the Council of the Supreme Constitutional Court. These statements caused justified concern and widespread public debate, even prompting the Council itself to issue an immediate public intervention, calling on Mr. Michaelides to provide evidence and assist in the full investigation of his claims.
Within the framework of the State’s duty to safeguard, on the one hand, the integrity and independence of the institutions, and on the other hand, freedom of expression—provided it is based on truthful and substantiated facts—the Police invited Mr. Michaelides to testify and/or submit any evidence he might have had so that his serious public allegations could be investigated. However, further investigation in this direction was not possible, since his allegations remained unsupported, not accompanied by any material evidence capable of substantiating them.
The absence of any testimony supporting Mr. Michaelides’ allegations, combined with the seriousness of their content, rendered unavoidable the investigation against him for the possible commission of the offense of contempt of court under Article 44(1)(e) of Law 14/60. In this respect, the Law Office, taking into account the constituent elements of this specific offense, including the interpretation of the term ‘court’ for the purposes of Law 14/60, gave appropriate instructions to the Police.
It is noted that Mr. Michaelides, during his interrogation, argued that the Council of the Supreme Constitutional Court does not constitute a ‘court’ within the meaning of Article 44(1)(e) of Law 14/60, a position with which we disagree.
The Supreme Constitutional Court, acting as a Council under Article 153.8 of the Constitution, in our view constitutes a court in the substantive and functional sense of the term. Its composition is exclusively limited to Judges of the Court, without the participation of external members, while its procedure is expressly judicial in nature. It involves the observance of all fundamental procedural safeguards, the collection and evaluation of evidence for resolving a specific dispute, and the issuance of a binding decision. The binding nature of its decisions extends even to the President of the Republic himself, despite being the highest institutional authority of the State. Therefore, it cannot be regarded as merely advisory or administrative. The distinction of the Council’s jurisdiction from other administrative formations of the same Court further strengthens its characterization as a Court, since in this capacity it bears all the trappings of a court. Furthermore, it should not be overlooked that, according to the definition provided in the interpretative part of Law 14/60, the term ‘court’ includes ‘any judge’ of any court. Consequently, any reference in the said Law to a ‘court’ also applies, by extension, to any judge participating in its composition.
With the completion of the investigation, the Law Office carried out a thorough evaluation of the material gathered, including all of Mr. Michaelides’ public statements and posts, in order to determine whether the constituent elements of the offense were met, including the ‘scandalous nature’ of the act, namely, the undermining of the authority, impartiality, and credibility of the Court. Our assessment concluded that, for the purposes of prosecution, there was sufficient evidence establishing the constituent elements of the investigated offense, since certain unsubstantiated statements and posts directly questioned the impartiality and independence of the Council and the Judges of the Supreme Constitutional Court.
These statements and posts by Mr. Michaelides contained serious insinuations of lack of independence, impartiality, and legality of the judicial process and the judges. In particular, his claim that the outcome of the decision concerning his dismissal was known in advance amounts to a direct challenge to the impartiality and independence of the Council and the Judges of the Supreme Constitutional Court. Furthermore, his reference to a state official allegedly linked to the President of the Republic makes his statements even more damaging, as it creates the impression of political collusion and deviation from the impartial administration of justice, implying a ‘rigged’ trial with a predetermined outcome. His further remark that the outcome of the decision was not 8-0 but 12-0, including in the ‘decision-makers’ the current and former President of the Republic, as well as the Attorney General and the Deputy Attorney General, contains a clear and serious insinuation of conspiracy and external interference in the Council’s ruling.
By his stance, Mr. Michaelides showed disrespect both toward the institutional office he held and toward the authority of the State he served. As a person who served in a high-ranking institutional position, he had an increased duty to speak responsibly and with full substantiation. Instead, his choice to make unsubstantiated and offensive allegations against the Judiciary constitutes not only a direct attack on the institutions but also a complete inconsistency with his institutional role and the heightened responsibility it entailed.
Nevertheless, despite our view that sufficient evidence exists for prosecution, we proceeded to examine whether such prosecution would be appropriate under the circumstances. As is customary, we weighed all relevant factors and circumstances surrounding this case.
Beyond the fact that Mr. Michaelides’ public statements and posts have already been widely condemned, both politically and institutionally, given his inability to substantiate them, his stance, as well as the timing and manner in which he chose to make those remarks, leave him exposed and reveal his true motive behind them.
On the other hand, we note that in later public statements in various programs, included in the evidentiary material, Mr. Michaelides attempted to publicly retract his earlier statements. From these, we conclude that Mr. Michaelides, clearly recognizing the reprehensible nature of his prior allegations, sought to publicly clarify that his statements were not directed against the Court, but that he intended to give a political dimension to the matter concerning his dismissal.
The offense of contempt of court is intended to protect the authority of the judiciary and the work of the Court. Mr. Michaelides’ attempt to undermine the Court that issued the decision leading to his dismissal failed, leaving him gravely exposed because he substantiated none of his claims.
Therefore, taking into account his later statements and his attempt to retract his earlier remarks, as well as the risk in this case of escalating public tension and shifting the debate away from the essence of the matter—the need to safeguard the authority and independence of the Judiciary—we decided not to pursue criminal prosecution against Mr. Michaelides.
Our decision not to prosecute constitutes a second chance given to Mr. Michaelides, but it is accompanied by an explicit warning that any repetition of similar reprehensible conduct or reiteration of the same unsubstantiated and offensive allegations against the Judiciary will not be tolerated.
Freedom of expression is fully respected and constitutes a fundamental constitutional right, but under no circumstances can it extend to conduct that crosses the line and undermines the authority and credibility of the Judiciary, which it is our duty to protect.
It should not be overlooked that individuals in public office and with significant influence bear increased responsibility when making statements concerning the authority and independence of the Judiciary. Unsubstantiated claims can seriously damage public confidence in the institutions.
Finally, regarding the issue raised by journalists’ expressed dissatisfaction with the way the case was investigated, due to being asked questions that were unnecessary for the purposes of this investigation, we have made appropriate recommendations to the Police for future investigations of similar cases, to ensure better handling and avoid unnecessary actions, while respecting the journalistic role and press freedom—principles that are fundamental guarantees in a democratic rule of law and which must be safeguarded during criminal investigations.”
Source: Phileleftheros


