Text follows in English
Μετά από δημόσια αναφορά εκλελεγμένου αξιωματούχου, η οποία περιλάμβανε τη χρήση στιγματιστικού προσδιορισμού για άτομα με αναπηρία, οφείλω, υπό την ιδιότητά μου ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, να τοποθετηθώ ξεκάθαρα και κατηγορηματικά επί του ζητήματος.
Η συγκεκριμένη γλωσσική επιλογή είναι απαράδεκτη, υποτιμητική και βαθιά στιγματιστική. Δεν συνιστά ατυχή έκφραση, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί ως σχήμα λόγου. Αντιθέτως, αναπαράγει στερεότυπα και στιγματισμό, ενισχύει τον κοινωνικό αποκλεισμό και προσβάλλει την αξιοπρέπεια ατόμων και παιδιών με αναπηρία.
Παράλληλα, τέτοιες πρακτικές συμβάλλουν στην κανονικοποίηση των διακρίσεων και
υπονομεύουν ευθέως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία προστατεύονται τόσο από το
εθνικό, όσο και από το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί κάθε άτομο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και αναπαραγωγή αντιλήψεων για τον κόσμο, καθώς και για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, επηρεάζοντας στάσεις, στερεότυπα και σχέσεις εξουσίας. Με κάθε χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται, ενεργοποιούνται αναπαραστάσεις και νοήματα που δύνανται να ενισχύουν προκαταλήψεις και να επηρεάζουν κοινωνικές στάσεις και πρακτικές. Όταν δε, η γλώσσα χρησιμοποιείται στη δημόσια σφαίρα από πρόσωπα με θεσμική εξουσία ή αυξημένη επιρροή, αυτή δεν περιορίζεται στην έκφραση προσωπικής άποψης και ούτε οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται μέσω τέτοιου λόγου είναι ουδέτερες. Έχουν θεσμικό βάρος, δύνανται να νομιμοποιούν τον αποκλεισμό και να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη λήψη αποφάσεων, καθώς και τη χάραξη πολιτικών και πρακτικών που αφορούν συγκεκριμένες ομάδες, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, η γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μέσο έκφρασης, αλλά κρίσιμο εργαλείο άσκησης εξουσίας, με άμεσες συνέπειες στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κατά συνέπεια, η επιλογή της γλώσσας από δημόσιους αξιωματούχους και θεσμικούς φορείς δεν αποτελεί ζήτημα επικοινωνιακής στρατηγικής, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε απερισκεψία ή αμέλεια. Αποτελεί ζήτημα δημοκρατικής ευθύνης, θεσμικής συνέπειας και λογοδοσίας. Ως εκ τούτου, η χρήση χαρακτηρισμών ή επιθετικών προσδιορισμών που αφορούν στα άτομα με αναπηρία ή για οποιαδήποτε άλλη ομάδα ατόμων οφείλει να προάγει τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότιμη συμμετοχή και την κοινωνική ισότητα.
Ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αποδοκιμάζω απερίφραστα κάθε έκφραση που προσβάλλει ή στιγματίζει άτομα με αναπηρία, ιδίως όταν αυτές επηρεάζουν παιδιά και νέους, διαμορφώνοντας κλίμα φόβου, σιωπής και αποκλεισμού. Καλώ σε ουσιαστικό αναστοχασμό, τόσο σε ατομικό όσο και σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο, για τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε, για τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουμε δημόσια και για τον τρόπο με τον οποίο χαράσσονται πολιτικές που αφορούν στα δικαιώματα και στην αξιοπρέπεια όλων, χωρίς εξαιρέσεις.
Λευκωσία, 28 Ιανουαρίου 2026
Public Statement by the Commissioner for the Protection of the Rights of the Child
regarding the use of derogatory and stigmatizing language towards persons with disabilities
Following a public statement by an elected official that included the use of a stigmatizing term to refer to persons with disabilities, I am obliged, in my capacity as Commissioner for the Protection of the Rights of the Child, to take a clear and unequivocal position on this matter.
This particular linguistic choice is unacceptable, demeaning, and deeply stigmatizing. It does not constitute an unfortunate slip of the tongue, nor can it be justified as a figure of speech. On the contrary, it reproduces stereotypes and stigma, reinforces social exclusion, and violates the dignity of persons and children with disabilities.
At the same time, such practices contribute to the normalization of discrimination and directly undermine human rights, which are protected under national, European, and international law.
The language used by individuals plays a decisive role in shaping and reproducing perceptions of the world, as well as of specific social groups, influencing attitudes, stereotypes, and power relations. Every label employed activates representations and meanings that may reinforce prejudice and affect social attitudes and practices. When language is used in the public sphere by individuals holding institutional authority or increased influence, it does not merely express a personal opinion, nor are the perceptions formed through such discourse neutral. They carry institutional weight, may legitimize exclusion, and can directly or indirectly influence decision-making, as well as the formulation of policies and practices affecting specific groups, both at an institutional and social level. In other words, language is not merely a means of expression, but a critical tool for the exercise of power, with direct consequences for human rights.
Consequently, the choice of language by public officials and institutional bodies is not a matter of communication strategy, nor can it be attributed to thoughtlessness or negligence. It is a matter of democratic responsibility, institutional consistency, and accountability. Therefore, the use of labels or descriptive terms referring to persons with disabilities—or to any other group—must promote respect for human dignity, equal participation, and social equality.
As Commissioner for the Protection of the Rights of the Child, I unequivocally condemn any expression that offends or stigmatizes persons with disabilities, particularly when such expressions affect children and young people, fostering a climate of fear, silence, and exclusion. I call for meaningful reflection, at an individual, political, and institutional level, on the way we express ourselves, the way we intervene in public discourse, and the way policies are shaped concerning the rights and dignity of all, without exception.
Nicosia, 28 January 2026



