
Της συντακτικής ομάδας του SkalaTimes
Η έξαρση του αφθώδους πυρετού στην Κύπρο κατά την περίοδο Φεβρουαρίου–Μαρτίου 2026 δεν εξελίχθηκε μόνο σε μια σοβαρή κτηνιατρική και οικονομική κρίση για την κτηνοτροφία. Άνοιξε ταυτόχρονα και ένα δεύτερο, εξαιρετικά ανησυχητικό κεφάλαιο: τον τρόπο διαχείρισης των χιλιάδων νεκρών ζώων, τις συνθήκες ταφής τους και τον κίνδυνο περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, με κυριότερο φόβο τη ρύπανση του εδάφους και των υπόγειων νερών.
Η Λάρνακα, η Ορόκλινη, η Αραδίππου, οι Τρούλλοι, τα Λειβάδια και άλλες περιοχές βρέθηκαν στο επίκεντρο. Η εξάπλωση της νόσου οδήγησε στη θανάτωση μεγάλου αριθμού ζώων, καθώς αυτό προβλέπεται ως βασικό μέτρο περιορισμού του αφθώδους πυρετού. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες επανέλαβαν δημοσίως ότι η νόσος δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο ούτε μέσω τροφίμων, ούτε μέσω κατανάλωσης κρέατος ή γαλακτοκομικών. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από επίσημη ενημέρωση του κυπριακού κράτους τον Φεβρουάριο.
Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν σταματά εκεί. Γιατί μπορεί ο αφθώδης πυρετός να μην αποτελεί απευθείας απειλή για τον άνθρωπο, αλλά η πρόχειρη, λανθασμένη ή ανεπαρκώς ελεγχόμενη ταφή χιλιάδων νεκρών ζώων μπορεί να εξελιχθεί σε κίνδυνο άλλης φύσης: σε απειλή για τον υδροφόρο ορίζοντα, για τις γεωτρήσεις, για το έδαφος, για τη δημόσια εμπιστοσύνη, και τελικά για τη σχέση μιας τοπικής κοινωνίας με το ίδιο της το περιβάλλον.
Η ταφή ως “λύση ανάγκης” και οι πρώτες αντιδράσεις
Στις αρχές Μαρτίου, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έδωσαν διευκρινίσεις για τη διαδικασία διαχείρισης και ταφής των ζώων, επιχειρώντας να καθησυχάσουν τις ανησυχίες. Η επίσημη θέση ήταν ότι η ταφή γίνεται βάσει πρωτοκόλλων και ότι λαμβάνονται μέτρα για προστασία του περιβάλλοντος. Το κράτος υποστήριξε επίσης ότι η επιλογή της ταφής αντί της αποτέφρωσης έγινε για να περιοριστεί ο κίνδυνος διασποράς της νόσου από μεταφορές ζώων και σφαγίων, ενώ τα σχετικά δημοσιεύματα ανέφεραν ότι εφαρμόζονται τεχνικές προδιαγραφές των αρμόδιων υπηρεσιών για την προστασία του υδροφόρου ορίζοντα.
Αυτές οι διαβεβαιώσεις, όμως, δεν στάθηκαν αρκετές για να κατευνάσουν τις αντιδράσεις. Σε τοπικό επίπεδο, κτηνοτρόφοι, περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες διατύπωσαν σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι διαδικασίες τηρούνταν με την απαιτούμενη αυστηρότητα. Η αγωνία δεν ήταν αφηρημένη. Όταν μιλάμε για μαζική ταφή χιλιάδων ζώων μέσα σε λίγες ημέρες, σε μια περιοχή ήδη περιβαλλοντικά επιβαρυμένη και με ευαίσθητο υδατικό ισοζύγιο, η πιθανότητα σφαλμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως θεωρητική λεπτομέρεια.
Το κρίσιμο σημείο: δεν είναι ο ιός στο νερό, είναι τα στραγγίσματα της αποσύνθεσης
Εδώ πρέπει να γίνει μια ουσιαστική επιστημονική διάκριση, γιατί στον δημόσιο διάλογο συχνά συγχέονται πράγματα.
Ο αφθώδης πυρετός, ως ιός ζωικής νόσου, δεν παρουσιάζεται από τις αρχές ως απειλή για τον άνθρωπο μέσω πόσιμου νερού ή τροφίμων. Το πρόβλημα που εγείρουν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις δεν είναι ότι “ο κόσμος θα κολλήσει αφθώδη πυρετό από το νερό”. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η αποσύνθεση μεγάλου αριθμού ζωικών σφαγίων στο υπέδαφος μπορεί να δημιουργήσει στραγγίσματα, δηλαδή υγρά αποσύνθεσης με υψηλό οργανικό φορτίο, αμμωνιακές ενώσεις, νιτρικά, βακτήρια και άλλους ρυπαντές, που σε ακατάλληλες συνθήκες μπορούν να περάσουν στο έδαφος και από εκεί σε υπόγεια νερά.
Αυτό δεν είναι υπόθεση εργασίας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επισημάνει ότι η ταφή ζωικών πτωμάτων μπορεί να απειλήσει τα υπόγεια ύδατα, ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες και όταν οι χώροι ταφής βρίσκονται κοντά σε υδροληψίες ή σε γεωλογικά ευάλωτες περιοχές. Ο WHO υπογραμμίζει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να παραχθούν στραγγίσματα που επιβαρύνουν την ποιότητα των υπόγειων νερών και ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόβλημα δημόσιας υγείας, εφόσον δεν υπάρχει σωστή χωροθέτηση, μόνωση και παρακολούθηση.
Άρα, η ουσία είναι ξεκάθαρη:
ο κίνδυνος δεν είναι η άμεση μετάδοση του αφθώδους πυρετού στον άνθρωπο, αλλά η περιβαλλοντική και υδρογεωλογική συνέπεια από την αποσύνθεση των θαμμένων ζώων, αν η ταφή έχει γίνει λανθασμένα ή ανεπαρκώς.
Γιατί ο κίνδυνος για τα νερά είναι τόσο σοβαρός στην Κύπρο
Στην Κύπρο, το νερό δεν είναι ένας απλός φυσικός πόρος. Είναι ζήτημα επιβίωσης, γεωργίας, τοπικής οικονομίας και κοινωνικής ασφάλειας. Οποιαδήποτε πιθανή επιβάρυνση υπόγειων νερών αποκτά εδώ πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι θα είχε σε μια χώρα με πλούσιο υδατικό δυναμικό.
Η Λάρνακα και οι γύρω περιοχές έχουν ήδη ιστορικά ζητήματα πίεσης στους υδροφορείς, γεωτρήσεων, γεωργικής χρήσης γης και ευρύτερων περιβαλλοντικών πιέσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, μια μαζική ταφή ζώων χωρίς αψεγάδιαστη τήρηση πρωτοκόλλων δεν είναι απλώς “ένα έκτακτο μέτρο”. Είναι μια ενέργεια που μπορεί να αφήσει μακροχρόνιο αποτύπωμα, ακόμη κι αν αυτό δεν φανεί αμέσως.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: η ρύπανση του υπόγειου νερού είναι συνήθως σιωπηλή. Δεν φαίνεται την πρώτη μέρα. Δεν παράγει πάντα άμεσα ορατές εικόνες. Μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες ή μήνες για να εντοπιστεί αν υπήρξε μεταφορά οργανικού φορτίου ή μικροβιακή επιβάρυνση σε κάποιο υδρολογικό σύστημα. Αυτή ακριβώς η καθυστέρηση είναι που καθιστά τέτοιες υποθέσεις ακόμη πιο απαιτητικές ως προς τον έλεγχο και τη διαφάνεια.
Τι πρέπει να τηρείται σε μια ασφαλή ταφή ζώων
Όταν το κράτος λέει ότι ακολουθεί πρωτόκολλα, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ένα θεωρητικό πρωτόκολλο στο χαρτί. Το ερώτημα είναι αν στην πράξη τηρήθηκαν όλα τα κρίσιμα τεχνικά κριτήρια.
Για να θεωρηθεί ένας χώρος ταφής σχετικά ασφαλής, πρέπει να έχουν αξιολογηθεί τουλάχιστον τα εξής:
το βάθος του υδροφόρου ορίζοντα,
η απόσταση από γεωτρήσεις και πηγές νερού,
η διαπερατότητα του εδάφους,
η γεωλογική καταλληλότητα του σημείου,
η πιθανότητα πλημμύρας ή απορροής,
η κάλυψη των σφαγίων με επαρκές υλικό,
η χρήση απολυμαντικών και κατάλληλων στρώσεων,
η πρόσβαση μόνο σε εξουσιοδοτημένα συνεργεία,
και κυρίως η μεταγενέστερη παρακολούθηση.
Αν έστω και ένα από αυτά τα στοιχεία έχει υποτιμηθεί, τότε η “ασφαλής ταφή” μετατρέπεται σε αβέβαιη πρακτική. Και όταν το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται από την αρχή “σας διαβεβαιώνουμε” στην αρχή “σας δείχνουμε στοιχεία, χάρτες, μετρήσεις και δειγματοληψίες”, τότε μόνο μπορεί να χτιστεί εμπιστοσύνη.
Οι φόβοι για εκταφή και τι θα σήμαινε ένα τέτοιο ενδεχόμενο
Στη δημόσια συζήτηση εμφανίστηκαν αναφορές και σενάρια για ενδεχόμενη ανάγκη εκταφής, ακριβώς λόγω των αμφισβητήσεων για τον τρόπο που έγιναν ορισμένες ταφές. Μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν προκύπτει από τις επίσημες ανακοινώσεις που εντοπίστηκαν σαφής επιβεβαίωση ότι έχει ληφθεί κρατική απόφαση για εκταφές λόγω ακατάλληλης ταφής. Οι επίσημες ανακοινώσεις των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση της νόσου, στη θανάτωση των ζώων, στη βιοασφάλεια και στη διαδικασία ταφής.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ζήτημα είναι ανύπαρκτο. Η ίδια η συζήτηση περί εκταφής φανερώνει το μέγεθος της δυσπιστίας. Και η δυσπιστία δεν γεννιέται τυχαία: γεννιέται όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι ένα τόσο σοβαρό ζήτημα εξελίσσεται χωρίς επαρκή διαφάνεια.
Πρέπει επίσης να ειπωθεί καθαρά ότι η εκταφή δεν είναι απλή λύση. Είναι από μόνη της μια διαδικασία υψηλού κινδύνου. Αν ένα σημείο ταφής κριθεί λανθασμένο, η εκταφή ενδέχεται να είναι αναγκαία μόνο υπό αυστηρό επιστημονικό και επιχειρησιακό σχεδιασμό, γιατί η επανέκθεση του θαμμένου υλικού μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διασποράς ρύπων, οσμών, βιολογικού φορτίου και νέων προβλημάτων. Δηλαδή, η εκταφή δεν είναι “διορθώνω ένα λάθος εύκολα”. Είναι μια δεύτερη κρίση πάνω στην πρώτη.
Η μεγάλη αδυναμία των αρχών: η έλλειψη δημόσιας, μετρήσιμης διαφάνειας
Σε ζητήματα τέτοιας κλίμακας, οι θεσμοί δεν κρίνονται μόνο από το αν πήραν αποφάσεις. Κρίνονται από το αν μπορούν να τις υποστηρίξουν δημόσια με στοιχεία.
Στην υπόθεση του αφθώδους πυρετού, οι αρχές εξήγησαν γιατί γίνεται θανάτωση ζώων και γιατί η νόσος δεν απειλεί άμεσα τον άνθρωπο. Αυτό ήταν απαραίτητο. Δεν αρκεί όμως.
Το μεγάλο έλλειμμα βρίσκεται αλλού:
στο αν δημοσιοποιήθηκαν επαρκώς τα κριτήρια επιλογής των χώρων ταφής,
στο αν υπάρχουν χάρτες των σημείων,
στο αν έγιναν ή θα γίνουν επαναλαμβανόμενες δειγματοληψίες υπόγειων νερών,
στο αν υπάρχουν baseline μετρήσεις πριν και μετά,
και στο αν τα αποτελέσματα αυτά δίνονται στη δημοσιότητα με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο.
Γιατί όταν χιλιάδες ζώα θάβονται στη γη, η φράση “τηρούνται όλα τα μέτρα” δεν μπορεί να λειτουργεί ως επαρκής απάντηση. Η κοινωνία δεν ζητά μόνο να ακούσει διαβεβαιώσεις. Ζητά να δει τεκμηρίωση.
Η περιβαλλοντική διάσταση είναι εξίσου σοβαρή με την κτηνιατρική
Η υπόθεση αυτή ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα: συχνά στην Κύπρο οι έκτακτες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με διοικητική λογική “να τελειώνουμε γρήγορα”, χωρίς να δίνεται το ίδιο βάρος στη μακροχρόνια περιβαλλοντική επίπτωση.
Στον αφθώδη πυρετό, το κράτος είχε πράγματι να διαχειριστεί μια πίεση μεγάλης ταχύτητας. Η εξάπλωση της νόσου απαιτούσε άμεσες αποφάσεις. Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η ευθύνη: όταν ενεργείς σε καθεστώς πίεσης, δεν επιτρέπεται να χαμηλώνεις τα περιβαλλοντικά αντανακλαστικά. Αντίθετα, οφείλεις να τα ενισχύεις.
Γιατί μια επιδημία στα ζώα μπορεί να υποχωρήσει μέσα σε εβδομάδες. Μια ρύπανση όμως του υδροφορέα ή του εδάφους μπορεί να μείνει για πολύ περισσότερο.
Τι οφείλει να γίνει από εδώ και πέρα
Αν το κράτος θέλει πράγματι να πείσει ότι η διαχείριση ήταν ασφαλής, οφείλει να κινηθεί σε πέντε ξεκάθαρες κατευθύνσεις:
Πρώτον, να δημοσιοποιήσει με σαφήνεια τα επιστημονικά κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν οι χώροι ταφής.
Δεύτερον, να υπάρξει ανεξάρτητος έλεγχος από γεωλόγους, περιβαλλοντολόγους και υδρογεωλόγους.
Τρίτον, να ληφθούν δείγματα από γειτονικές γεωτρήσεις, υπόγεια νερά και εδάφη σε τακτά διαστήματα.
Τέταρτον, να δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων.
Πέμπτον, όπου διαπιστωθούν αστοχίες, να εξεταστεί άμεσα διορθωτική παρέμβαση με βάση ειδικό πρωτόκολλο και όχι με διοικητικό αυτοσχεδιασμό.
Αυτή είναι η μόνη σοβαρή οδός. Όχι η υποβάθμιση του προβλήματος, ούτε η μετατροπή κάθε ανησυχίας σε “υπερβολή”.
Το ουσιαστικό διακύβευμα
Η υπόθεση του αφθώδους πυρετού δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα ξεπεραστεί μια ζωονόσος. Αφορά και το πώς αντιλαμβάνεται το κράτος την έννοια της πρόληψης. Αν η αντιμετώπιση μιας υγειονομικής κρίσης καταλήγει να γεννά αμφιβολίες για τα υπόγεια νερά, τότε η κρίση δεν έχει πραγματικά λυθεί, απλώς έχει μετατοπιστεί από τα κοπάδια στο περιβάλλον.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο από όλα: ότι κάτω από την επιφάνεια της γης μπορεί να θάβεται όχι μόνο ένα τεράστιο ζωικό φορτίο, αλλά και μια πιθανή μελλοντική περιβαλλοντική επιβάρυνση, της οποίας το πραγματικό μέγεθος θα φανεί μόνο αν υπάρξει αυστηρός, διαφανής και συνεχής έλεγχος.
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει το νερό με όρους “βλέπουμε”. Και οι τοπικές κοινωνίες της Λάρνακας δεν μπορούν να αφεθούν να ζουν με προφορικές διαβεβαιώσεις χρειάζονται τεκμηριωμένες αποδείξεις.


