Text follows in English

Προεδρικό Μέγαρο, Κυριακή 20 Ιουλίου 2025
Η βαριά οφειλή έναντι όλων εκείνων που αγωνίστηκαν για τα οικουμενικά ιδανικά της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης, και το χρέος προς όσους θυσιάστηκαν για να υπάρχουμε εμείς, μας κατηύθυνε και φέτος σε αυτό το συναπάντημα μνήμης και τιμής, για να καταδικάσουμε το δίδυμο έγκλημα που προκάλεσε αιμάσσουσες πληγές στη χώρα μας και τον λαό μας. Πληγές ανεπούλωτες μέχρι και σήμερα. Συναπάντημα, λοιπόν, μνήμης και τιμής αλλά και διατράνωσης της ξεκάθαρης μας θέσης ότι δεν ξεχνούμε και δεν συμβιβαζόμαστε με την κατοχή.
Χωρίς καμιά αμφιβολία, η ετυμηγορία της Ιστορίας κατατάσσει το προδοτικό πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών και των εδώ συνεργατών της, ως το ασύγγνωστο έγκλημα που ανέτρεψε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά από την Τουρκία για να υλοποιήσει τους άνομους μακροχρόνιους σχεδιασμούς της. Με τη βίαιη εισβολή του 1974, η Τουρκία διαίρεσε την πατρίδα μας και την έθεσε υπό ομηρεία, συνεχίζοντας για 51 ένα ολόκληρα χρόνια την παράνομη κατοχή και συντηρώντας ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη μεταπολεμική Iστορία της Ευρώπης.
Τα δεδομένα και τα ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος της Τουρκίας είναι συντριπτικά και καταρρίπτουν το ψευδές, επαναλαμβανόμενο αφήγημα ότι έγνοια της Άγκυρας ήταν δήθεν τα συμφέροντα και η προστασία των Τουρκοκυπρίων. Πέραν της δολοφονίας αμάχων και στρατευσίμων, αρκετοί από τους οποίους αγνοούνται μέχρι και σήμερα, πέραν της βίαιης εκδίωξης δεκάδων χιλιάδων οικογενειών από τα σπίτια και τις περιουσίες τους, η μέχρι σήμερα στάση της Άγκυρας αλλά και όσα ακούσαμε σήμερα από τον κ. Ερντογάν καταδεικνύει οργανωμένη και συστηματική παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και βασικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, εδώ και 51 ολόκληρα χρόνια η Τουρκία:
• Συνεχίζει την παράνομη στρατιωτική κατοχή πέραν του ενός τρίτου της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους-μέλους της ΕΕ και των ΗΕ,
• Αρνείται να επιτρέψει την πρόσβαση σε αρχεία του κατοχικού στρατού για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, ενός καθαρά ανθρωπιστικού θέματος.
• Παραβιάζει βασικές ελευθερίες και θεμελιώδη δικαιώματα όλων των νομίμων κατοίκων της Κύπρου, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων.
• Διευρύνει τον παράνομο εποικισμό και την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της χώρας μας,
• Εντατικοποιεί την οικονομική, πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική χειραγώγηση των Τουρκοκυπρίων,
• Διώκει πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας που παραμένουν εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές,
• Καταστρέφει τη θρησκευτική και πολιτιστική μας κληρονομιά,
· Εμποδίζει όλους μας να διακινηθούμε, να εγκατασταθούμε, να ζήσουμε ελεύθερα σε όποιο μέρος της πατρίδας μας επιθυμούμε.
Όλα αυτά που προανέφερα είναι μόνο μερικά από τα τεκμήρια ενός παρατεταμένου εγκλήματος, για το οποίο η Τουρκία είναι υπόλογη στη Διεθνή Κοινότητα. Συνιστούν δε κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επίσης και αδιαμφισβήτητη παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων πολιτών, περιλαμβανομένων και των Τουρκοκυπρίων συμπατριωτών μας. Γι’ αυτό και είναι ασήκωτες οι ευθύνες όσων διέπραξαν την εισβολή, αλλά και όσων συντηρούν και ανέχονται τη συνεχιζόμενη κατοχή.
Οι αδικαίωτοι νεκροί και αγνοούμενοι της κυπριακής τραγωδίας, οι ηρωικοί πρόσφυγες, οι εγκλωβισμένοι και οι παθόντες, η κάθε οικογένεια που συνεχίζει 51 χρονια μετά να υποφέρει από αυτό το κατ᾽εξακολούθηση έγκλημα, ορίζουν το χρέος που έχουμε για να απαλλαγούμε από τα επίχειρα της εισβολής και κατοχής, ώστε να διασφαλίσουμε στους πολίτες της χώρας μας το δικαίωμα να ζήσουν σε συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας.
Αυτό που ζούμε 51 χρόνια τώρα είναι απαράδεκτο και ακόμα και αν η συνήθεια μπορεί να φέρει τη λήθη ή την ανοχή σε κάποιους, εμείς ούτε ξεχνάμε ούτε συμβιβαζόμαστε. Διότι στην Κύπρο, η γραμμή της διαίρεσης, μη γραμμή της κατοχής και ο κατοχικός στρατός, προκαλούν κάθε μέρα την παραβίαση των δικαιωμάτων, όλων των Κυπρίων που δικαιούνται να ζουν στο σπίτι τους, να διακινούνται και να εγκαθίστανται ελεύθερα σε όλη την επικράτεια της χώρας τους, να κατέχουν περιουσία και να εκκλησιάζονται στις ενορίες τους. Αυτό που ζούμε 51 χρόνια είναι παράφορη αδικία για μας, είναι μια αναχρονιστική, ντροπιαστική κατάσταση πραγμάτων για την Ευρώπη.
Έχοντας ως όρο εντολής από τον κυρίαρχο λαό την προσπάθεια για απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας, εργαζόμαστε ακατάπαυστα για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για συνολική επίλυση του Κυπριακού, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, του διαπραγματευτικού κεκτημένου και φυσικά των αρχών και αξιών της ΕΕ.
Από την πρώτη μέρα ανάληψης της ευθύνης διακυβέρνησης της χώρας, με ξεκάθαρη πολιτική βούληση και με διεκδικητικό ρεαλισμό, επιδιώξαμε, στη βάση συγκεκριμένου πλάνου και σχεδιασμού, την ανακίνηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό και μεσούσης της παγκόσμιας αναταραχής εξαιτίας δύο πολέμων, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, ο Γενικός Γραμματέας των ΗΕ, αποφάσισε τον διορισμό προσωπικής απεσταλμένης και τον περασμένο Μάρτιο συγκάλεσε την άτυπη διευρυμένη συνάντηση στη Γενεύη. Στο ίδιο πλαίσιο, μετά από επίπονες και μεθοδικές δικές μας προσπάθειες, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απευθύνθηκαν από κοινού στον Γενικό Γραμματέα, καταγράφοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο, όχι μόνο το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό, αλλά και το πλαίσιο που πρέπει να διασφαλίζει η επίλυσή του. Η κοινή επιστολή μαζί με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου του 2024, στα οποία γίνεται σαφώς διασύνδεση των ευρωτουρκικών με την πρόοδο στο Κυπριακό, ενισχύουν τη διπλωματική και πολιτική μας φαρέτρα και αποδεικνύουν την ορθότητα της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο ισχύει και για τη σημαντική εξέλιξη του διορισμού του τέως Επιτρόπου κ. Γιοχάνες Χαν ως Ειδικού Απεσταλμένου της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κυπριακό, και πάλι μετά από επίμονες προσπάθειες και προς διάψευση κάποιων που θεωρούσαν τον στόχο αυτό ως ουτοπία.
Και σήμερα, με αυτή την αφορμή, θέλω να μοιραστώ κάτι μαζί σας. Όλοι οι στόχοι, αλλά ειδικότερα αυτοί που σχετίζονται με το Κυπριακό και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από εμάς, είναι δύσκολοι και, ναι, στην αρχή, πολύ φυσιολογικά, μοιάζουν άπιαστοι. Και πολλοί έμαθαν να τα παρατάνε στα πρώτα εμπόδια. Όμως, στη δική μας αντίληψη και προσέγγιση, για τον τόπο μας δεν έχουμε την πολυτέλεια να κουραστούμε να προσπαθούμε και μόνο όταν φτάσουμε στον τελικό στόχο θα ησυχάσουμε
Η πρόσφατη άτυπη διάσκεψη στη Νέα Υόρκη μπορεί να επιβεβαίωσε για
μια ακόμη φορά την αδιάλλακτη στάση της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, όπως επίσης και της Άγκυρας, άφησε όμως ανοικτό το παράθυρο ελπίδας και απέδειξε ότι όταν υπάρχει πολιτική βούληση και ορθή στρατηγική προσέγγιση και μεθοδολογία, βήμα βήμα μπορούμε να βγούμε από τη στασιμότητα και το αδιέξοδο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στη Νέα Υόρκη ήταν καθοριστικής σημασίας οι παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, του Βρετανού Υπουργού Ευρώπης και φυσικά του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν ουσιαστικής σημασίας οι δημόσιες παρεμβάσεις της Προέδρου της Επιτροπής, του Προέδρου του Συμβουλίου, του Γάλλου Προέδρου και της εδώ Αμερικανίδας Πρέσβη. Ήταν παρεμβάσεις όχι μόνο προς συγκεκριμένους αποδέκτες αλλά και που αποδεικνύουν ότι στη μεγάλη αυτή προσπάθεια δεν είμαστε μόνοι.
Παρά τα συνεχή προσκόμματα και την παρελκυστική τακτική της άλλης πλευράς, συνεχίζουμε απερίσπαστοι να στηρίζουμε την πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, με την πεποίθηση ότι θα υπάρξουν χειροπιαστά αποτελέσματα προς την κατεύθυνση επανέναρξης των συνομιλιών από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν στον Κραν Μοντάνα.
Τα δεδομένα είναι δύσκολα, οι προκλήσεις είναι πολλές, όμως ποτέ δεν υπήρξαν εύκολα, αλλά ποτέ δεν ήταν εύκολα τα πράγματα στο Κυπριακό. Με τις πρωτοβουλίες που αναλάβαμε, με την εξωστρεφή και δυναμική εξωτερική μας πολιτική, την ενίσχυση δεσμών με στρατηγικούς εταίρους, τον ρόλο μας εντός ΕΕ αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, με την αλλαγή στην εικόνα και στη φήμη της χώρας μας και την ισχυροποίηση της οικονομίας μας, ενισχύοντας, δηλαδή, όλους αυτούς τους παράγοντες ισχύος ενός κράτους, πετύχαμε την επανεργοποίηση του διεθνούς παράγοντα και την έναρξη των διεργασιών που θα οδηγήσουν στον στόχο της επανέναρξης ουσιαστικών συνομιλιών.
Με την ξεκάθαρη πολιτική μας βούληση, μπορέσαμε να τερματίσουμε το επταετές τέλμα, όπως ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των ΗΕ ανέφερε δημόσια. Μπορεί να μην βρισκόμαστε στο επιθυμητό σημείο, σίγουρα δεν υποβαθμίζω και δεν υποτιμώ τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, εξάλλου τις βιώνω κάθε φορά που υπάρχουν τέτοιου είδους συναντήσεις, όμως τα μικρά έστω βήματα που γίνονται, έχουν τη δική τους σημασία αν λάβουμε υπόψη από πού ξεκινήσαμε τον Μάρτιο του 2023 και τι έλεγε η τουρκική πλευρά. Συντηρούν οι προσπάθειες μας ζωντανή την ελπίδα και μας επιτρέπουν μέσα από διεκδικητικό ρεαλισμό να συνεχίσουμε την επίμονή μας προσπάθεια. Έχουμε πείσει και τους πλέον δύσπιστους ότι όχι μόνο θέλουμε λύση, αλλά και ότι μπορούμε και να γίνουμε ενεργός και πρωταγωνιστικός παράγοντας για την επίτευξή της. Πείσαμε ότι η ΕΕ έχει ρόλο και λόγο και είναι η καλύτερη μας εγγύηση για μια επανενωμένη πατρίδα χωρίς εγγυητές και ξένα στρατεύματα. Ότι η χώρα μας είναι αξιόπιστη και αναβαθμισμένη, και αυτό αναμφίβολα έχει θετικό αντίκτυπο και στις διεργασίες για το κυπριακό.
Προς ενίσχυση αυτού που αναφέρω, θέλω να θυμίσω ότι η πρωτοβουλία που βρίσκεται σε εξέλιξη φάνταζε αδιανόητη πριν από δύο χρόνια, όταν η Άγκυρα και ο κ. Τατάρ αξίωναν αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας και άλλα πολλά απαράδεκτα ως προϋπόθεση και προαπαιτούμενο για να δεχθούν να συζητήσουν ή/και να πραγματοποιηθεί συνάντηση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Αξίωση που δεν έγινε αποδεκτή και ούτε πρόκειται να γίνει, γιατί εμείς ποτέ δεν θα συζητήσουμε λύση δύο κρατών.
Και ούτε τα Ηνωμένα Έθνη ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε και η διεθνής κοινότητα αποδέχονται κάτι τέτοιο. Και ήταν μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο που πριν λίγες μέρες στη Νέα Υόρκη ο κ. Φιντάν και ο κ. Τατάρ άκουσαν την ξεκάθαρη τοποθέτηση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και του Βρετανού Υπουργού Ευρώπης. Ήταν μέσα στο ίδιο πλαίσιο που έγιναν οι δημόσιες τοποθετήσεις της ΕΕ, Γαλλίας και Η.Π.Α.
Γι᾽ αυτό επιμένω ότι παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, τις καθημερινές προκλήσεις- τα οποία καθόλου δεν υποβαθμίζω αι δεν υποτιμώ – είμαι πεπεισμένος ότι το τείχος της κατοχής δεν είναι αδιαπέραστο και ότι η Ιστορία μπορεί να διαψεύσει τις Κασσάνδρες και στην περίπτωση της Κύπρου, όπως τις διέψευσε στο παρελθόν και σε άλλα σημαντικά διεθνή προβλήματα. Αρκεί να παραμείνουμε σοβαροί, επίμονοι, μεθοδικοί και προσηλωμένοι.
Η πολιτική μας βούληση είναι αποδεδειγμένη και αναγνωρίζεται από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, η οποία επιβεβαιώνει το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η προσπάθειά μας: Ότι η λύση θα πρέπει να είναι συμβατή με τα δεδομένα που ισχύουν σε κάθε σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος, ειδικότερα σε ένα Κράτος Μέλος της ΕΕ, χωρίς στρατό κατοχής, χωρίς εγγυητές, χωρίς επεμβατικά δικαιώματα. Δικαιούμαστε και εμείς οι Κύπριοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι ένα κράτος λειτουργικό, δίκαιο, βιώσιμο και ασφαλές.
Όραμά μας είναι η επανένωση της πατρίδας μας. Και για να φτάσουμε σε αυτό, ακολουθούμε συγκεκριμένη στρατηγική για να δημιουργήσουμε συνθήκες μιας αμοιβαίας επωφελούς κατάστασης πραγμάτων, που θα λειτουργήσει ως κίνητρο και για την Τουρκία, που κρατά το κλειδί της λύσης του Κυπριακού, να απαλλαγεί από επιδιώξεις που κρατούν και την ίδια αιχμάλωτη. Να αφήσει πίσω της ξεπερασμένες αντιλήψεις και αναχρονιστικές πολιτικές, ξένες προς κάθε σύγχρονο δημοκρατικό περιβάλλον και που της αποτρέπουν ναι, να υλοποιήσει εθνικούς στόχους είτε αυτοί αφορούν την πορεία της προς την Ευρώπη, είτε τον ρόλο της στην περιοχή. Που της αφήνουν το στίγμα του κατακτητή, του εισβολέα και αυτού που παραβίασε και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες ενός γείτονος κράτους στο οποίο μάλιστα ζουν και Τουρκοκύπριοι.
Διότι αυτές οι αναχρονιστικές επιδιώξεις και οι διχοτομικές πολιτικές δεν τιμωρούν μόνο τους Ελληνοκύπριους. Τιμωρούν ουσιαστικά και τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας που στερούνται ένα καλύτερο μέλλον, ένα ειρηνικό μέλλον, σε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος. Όσο το έγκλημα εις βάρος της Κύπρου συντηρείται, όσο η πατρίδα μας είναι υπό κατοχή, τις αρνητικές, τραγικές συνέπειες τις επωμίζονται και οι Τουρκοκύπριοι και το σύνολο του λαού μας. Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα της κατοχής.
Οι δικές μας προθέσεις έναντι των Τουρκοκυπρίων συμπατριωτών μας είναι ειλικρινείς και ανιδιοτελείς και θα ήθελα απόψε να τους στείλω ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το κοινό μας σπίτι και σε αυτό αντικρίζονται όλοι ως ισότιμοι πολίτες με τους οποίους θέλουμε και μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά.
Τα μονομερή μέτρα στήριξης που εφαρμόζουμε για τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας και γενικά η πολιτική που ακολουθούμε έναντι του συνόλου των νόμιμων πολιτών τούτης της χώρας, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, καταδεικνύει στην πράξη την προσέγγιση με την οποία πολιτεύεται η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σεβασμό και υπευθυνότητα προς όλους τους πολίτες του. Και ας μην ξεχνάμε. Στην κοινή, επανενωμένη πατρίδα, όλοι μαζί, θα ευημερούμε, έχοντας όλα τα οφέλη που προσφέρει η μεγάλη ευρωπαϊκή μας οικογένεια.
Έχοντας τη σταθερή υποστήριξη του συνόλου του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας και του ελληνικού λαού, καθώς και τη συμπαράσταση των θεσμών και των εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στρατηγικών μας συμμάχων, εργαζόμαστε μεθοδικά και ορθολογικά, στη βάση στρατηγικού σχεδιασμού για ενδυνάμωση όλων των παραγόντων ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο εσωτερικό της χώρας, ασταμάτητη είναι η προσπάθειά μας για τολμηρές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, την ενίσχυση του Κράτους Δικαίου, την πάταξη της διαφθοράς, την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της πατρίδας μας, την επένδυση στην κοινωνική πρόνοια και την ενδυνάμωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών. Προϋπόθεση για όλα αυτά, τα οποία ενισχύουν και το εξωτερικό αποτύπωμα της χώρας μας, την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι και μια ισχυρή και ανθεκτική οικονομία, μέσα από μια υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική, που διασφαλίζει αναπτυξιακή πορεία προς όφελος του συνόλου του λαού μας και μας επιτρέπει να ασκούμε στοχευμένη κοινωνική πολιτική. Σε διεθνές επίπεδο, μέσα από τη δημιουργία συνεργειών με σημαντικούς δρώντες του διεθνούς συστήματος, προωθούμε τα ευρύτερα γεωστρατηγικά συμφέροντα της πατρίδας μας η οποία αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα ως πυλώνας ασφάλειας και ως γέφυρα ειρήνης και συνεργασίας, σε μια από τις πλέον ασταθείς περιοχές του πλανήτη με ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία. Μια Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία έχει ρόλο και λόγο και είναι μέρος της επίλυσης μεγάλων διεθνών προβλημάτων που ταλανίζουν την ευρύτερη περιοχή.
Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε: μόνο μια χώρα ισχυρή εσωτερικά, μπορεί να συνάψει στρατηγικές συνεργασίες και συμμαχίες, μπορεί να θεωρείται αξιόπιστος εταίρος, μπορεί να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση του εθνικού της προβλήματος με διαπραγματευτική ισχύ και σοβαρές προοπτικές επιτυχίας.
Πενήντα ένα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και ενώ το ένα τρίτο της πατρίδας μας είναι ακόμη υπό κατοχή, με τα δικαιώματα όλων των Κυπρίων να παραβιάζονται κατάφορα, στέκομαι ενώπιόν σας με αισθήματα συγκίνησης και με το δέος που προκαλεί η συναίσθηση του χρέους έναντι του λαού μας. Όντας ο πρώτος Πρόεδρος της μεταπολεμικής γενιάς, αισθάνομαι βαριά ευθύνη, βλέποντας απόψε ανάμεσά μας, τους γονείς, αδέλφια και συγγενείς πεσόντων και αγνοουμένων, αιχμαλώτους πολέμου και άλλους παθόντες, πολλοί από αυτούς με κλονισμένη υγεία, να είναι και απόψε μαζί μας, να διαδηλώνουν, να βουρκώνουν, να πιστεύουν, να γίνονται η αστείρευτη πηγή δύναμης για εμάς τους νεότερους.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η παρουσία προσφύγων της δεύτερης και τρίτης γενιάς, παιδιών αγνοουμένων και εγκλωβισμένων, συνομήλικοί μου που γεννήθηκαν κυριολεκτικά μέσα σε αντίσκηνα, που πέρασαν την εφηβεία στους συνοικισμούς της προσφυγιάς με την προσδοκία της επιστροφής στη γενέθλια γη και το σύνθημα «Δεν Ξεχνώ» έντονα αποτυπωμένο στην καρδιά και τη μνήμη τους.
Οι άνθρωποι αυτοί κουβαλούν τη μνήμη των «γκρεμισμένων ερειπίων» την οποία ανέδειξε με τη συγκλονιστική ερμηνεία της η Μαρίζα Κωχ, η οποία είναι απόψε μαζί μας. Την ευχαριστούμε και την ευγνωμονούμε γιατί εκείνους τους εξαιρετικά δύσκολους καιρούς ήταν δίπλα στον λαό μας και έκανε την Ευρώπη κοινωνό της κυπριακής τραγωδίας, όταν άλλοι, δυστυχώς, επέλεγαν τη σιωπή.
Με συγκίνηση υποδεχόμαστε επίσης απόψε τους εξ Ελλάδος αδελφούς μας, συγγενείς αγνοουμένων, τιμημένων πολεμιστών που πότισαν με το αίμα και τον ιδρώτα τους την κυπριακή γη, που έδωσαν την άνιση μάχη με τον Τούρκο εισβολέα.
Καλωσορίζουμε για ακόμη μια φορά και τους εκπροσώπους της πολιτικής ηγεσίας της Ελλάδας, την εθνική αντιπροσωπεία από τη Βουλή των Ελλήνων και μεταφέρουμε προς όλους την απεριόριστη ευγνωμοσύνη του κυπριακού λαού.
Χαιρετίζω με ιδιαίτερη ικανοποίηση την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας και των οργανωμένων συνόλων από κάθε γωνιά της Κύπρου, απόδειξη ότι ο εθνικός στόχος για απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας είναι πάνω από τις όποιες διαφορετικές πεποιθήσεις και αντιλήψεις και πρέπει να μας ενώνει όλους.
Σφίγγω το χέρι όλων σας, και κοιτάζοντάς σας στα μάτια, σάς απευθύνω μήνυμα εκτίμησης και σεβασμού, μαζί με την ειλικρινή μου υπόσχεση ότι θα κάνω ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, ώστε να δώσουμε τέλος σε αυτό το συνεχιζόμενο έγκλημα σε βάρος του λαού μας, το οποίο προσβάλλει τον πολιτισμένο κόσμο, προσβάλλει την Ευρώπη, προσβάλλει τη διεθνή κοινότητα.
Πενήντα ένα χρόνια μετά, κουβαλούμε το ιστορικό άχθος να συνεχίσουμε την προσπάθεια για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας και να την επανενώσουμε, ώστε να τη δώσουμε στα παιδιά μας εδαφικά και διοικητικά ακέραιη, από την Κερύνεια μέχρι τη Λεμεσό, από την Πόλη Χρυσοχούς μέχρι τον Απόστολο Ανδρέα, από την Αμμόχωστο μέχρι τη Μόρφου.
Αυτός ο στόχος της απελευθέρωσης και της επανένωσης είναι το τάμα που μας ενώνει όλους, έξω από κομματικές και άλλες διαφωνίες και πάνω από τις όποιες ιδεολογικές διαφορές. Από δικής μου πλευράς σάς δίνω την υπόσχεση ότι θα συνεχίσω να επιδιώκω τη συνεργασία με όλους, ανεξαρτήτως κομματικής ή πολιτικής αφετηρίας, γιατί πραγματικά πιστεύω ότι εκείνα που μας ενώνουν είναι σαφώς περισσότερα από όσα ενδεχομένως μας χωρίζουν. Η Ιστορία της Κύπρου, η Ιστορία του Ελληνισμού, είναι γεμάτη παραδείγματα δεινών που γεννήθηκαν στη μήτρα του διχασμού, των κομματικών ακροτήτων και του πολιτικού φανατισμού.
Την ίδια στιγμή, φωτεινά είναι τα παραδείγματα κατά τα οποία ο Ελληνισμός κατέγραψε επιτυχίες όταν επικρατούσαν συνθήκες συνεννόησης και στρατηγικές επιδιώξεις, με όραμα, με στόχο και με πλάνο, με σεβασμό πάντοτε στις όποιες διαφωνίες και διαφορετικές προσεγγίσεις. Φωτεινό παράδειγμα αποτελεί η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσμα της ευφυούς στρατηγικής που χάραξαν και υλοποίησαν από κοινού Λευκωσία και Αθήνα, επιβεβαιώνοντας ότι στην πολιτική, όπως και στη ζωή και στην καθημερινότητα μας, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αρκεί να υπάρχει ρεαλιστικό σχέδιο, πλάνο, πραγματική βούληση και επιμονή. Αυτή η μεγάλη επιτυχία της ένταξης στην ΕΕ, το σημαντικότερο διπλωματικό επίτευγμα από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν το καταλυτικό γεγονός που άλλαξε την πορεία της χώρας και αδιαμφισβήτητα επηρεάζει και το περιεχόμενο λύσης του Κυπριακού και, γενικότερα, το μέλλον της πατρίδας μας.
Από αυτό εδώ τον χώρο, κορυφαίο σύμβολο της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία οφείλουμε να διαφυλάξουμε έναντι κάθε κινδύνου και απειλής, αποτίνω εκ μέρους της Πολιτείας την οφειλόμενη τιμή σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της χώρας μας. Παντοτινή είναι η ευγνωμοσύνη μας και στους αγωνιστές και τους ήρωες του ανεπανάληπτου Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ, που άρχισε πριν από 70 χρόνια και οδήγησε στον τερματισμό του αποικιακού καθεστώτος και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι ό,τι πιο σημαντικό διαθέτουμε.
Χάρη στους αγώνες του λαού μας, με το απαράμιλλο σθένος και τα ανεξάντλητα αποθέματα εργατικότητας, η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τα κτυπήματα που δέχθηκε από εξωτερικούς εχθρούς αλλά, δυστυχώς, και από εσωτερικούς κινδύνους και λανθασμένες προσεγγίσεις, επέδειξε ζηλευτή ανθεκτικότητα και διέψευσε όσους προεξόφλησαν την κατάρρευσή της. Η Κύπρος, η πατρίδα μας, είναι σήμερα ένα σύγχρονο κράτος που πορεύεται στον δρόμο της κοινωνικής προόδου και της οικονομικής ανάπτυξης, βρίσκεται σε διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού, αλλάζει προς το καλύτερο και αναβαθμίζεται σε διεθνές επίπεδο.
Αξιοποιώντας την ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κύπρος είναι παρούσα στα κέντρα λήψεως αποφάσεων, με ρόλο και λόγο στα ζητήματα που απασχολούν την ευρωπαϊκή και τη διεθνή κοινότητα, με σημαίνουσα διπλωματική και πολιτική δράση στην εύθραυστη, αλλά και ιδιαίτερης σημασίας, περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, χάρη στις εξαίρετες σχέσεις που διατηρεί με όλες τις χώρες, τη δυναμική εξωτερική της πολιτική, στοιχεία που μας επιτρέπουν να είμαστε αξιόπιστοι συνομιλητές, έντιμοι διαμεσολαβητές, προβλέψιμοι συνεργάτες και πολύτιμοθ εταίροι.
Και όλα αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα θα αξιοποιηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό και τους επόμενους μήνες, στη μεγάλη εθνική πρόκληση όταν η Κυπριακή Δημοκρατία θα αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εργαζόμαστε ώστε η μεγάλη αυτή εθνική αποστολή να ολοκληρωθεί επιτυχώς και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το εξαίρετο ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουμε στην Κύπρο αλλά και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, θα αποδείξει ότι οι επιδόσεις μιας χώρας δεν εξαρτώνται από το γεωγραφικό και πληθυσμιακό της μέγεθος.
Η Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχεται σε μια περίοδο σημαντικών γεωπολιτικών προκλήσεων και άλλων σύνθετων ζητημάτων που αφορούν την ασφάλεια, την ενέργεια, το στεγαστικό, την ανταγωνιστικότητα, τη στρατηγική αυτονόμηση της Ένωσης, καθώς και άλλες εσωτερικές και διεθνείς προκλήσεις.
Οι προκλήσεις, όμως, ταυτόχρονα είναι και ευκαιρίες. Και μέσα από αυτή τη δύσκολη, κρίσιμη συγκυρία, έχουμε την ευκαιρία, ως Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και ως Κυπριακή Προεδρία, να εργαστούμε για περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για ενδυνάμωση όλων των εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων ισχύος της χώρας μας, για να αποδείξουμε για άλλη μια φορά ότι η Κύπρος και οι πολίτες της αξίζουν ίση μεταχείριση και ίσα δικαιώματα με όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.
Η καταδίκη του δίδυμου εγκλήματος, του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, δεν είναι μια επετειακή υποχρέωση. Η σημερινή μέρα είναι μέρα πένθους για την Κύπρο. Είναι μέρα πένθους για τον Ελληνισμό. Μέρα οδύνης.
Σήμερα, είναι και μέρα σταθμός ενδοσκόπησης για να συνειδητοποιήσουμε τα λάθη του παρελθόντος, ώστε να μην τα επαναλάβουμε. Να αφήσουμε πίσω μας οτιδήποτε μας διχάζει και να αντιληφθούμε ότι ενωμένοι πρέπει να πορευθούμε προς τον ένα και μοναδικό προορισμό που το χρέος αλλά και το όραμα για ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία, ορίζει.
Σήμερα, ημέρα εθνικού πόνου, θλίψης αλλά και μνήμης και τιμής σε όσους έδωσαν τη ζωή τους για τη Δημοκρατία και την Ελευθερία, με σύνεση αντλούμε διδάγματα από το οδυνηρό χθες, παίρνουμε δύναμη από το σθένος του λαού μας, και αντικρίζουμε την επόμενη μέρα με ελπίδα, με αισιοδοξία και με αυτοπεποίθηση.
Ο προορισμός μας δεν είναι άλλος από τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, σε ένα κράτος ελεύθερο, χωρίς στρατό κατοχής, χωρίς εγγυητές και επεμβατικά δικαιώματα, που θα προσφέρει στους νόμιμους πολίτες του τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα, όπως όλοι ανεξαιρέτως οι Ευρωπαίοι πολίτες. Ειδικότερα για τη Νέα Γενιά και όλους αυτούς που θα έλθουν. Γιατί στα δικά μας όνειρα, η Νέα Γενιά έχει δεσπόζουσα θέση, διότι τα σημερινά παιδιά είναι οι αυριανοί μας ηγέτες, που θα κληθούν να οδηγήσουν τη χώρα ακόμα πιο μπροστά και να την ανεβάσουν πιο ψηλά με πολίτες που ευημερούν και μπορούν να ονειρεύονται.
Πορευόμαστε, λοιπόν, με τη βεβαιότητα του ποιητή ότι θα έρθει η μέρα που «τα όνειρα θα λάβουνε εκδίκηση» και θα παραδώσουμε στα παιδιά μας μια πατρίδα ελεύθερη, επανενωμένη, ειρηνική και ευημερούσα.
Speech by the President of the Republic of Cyprus
Mr. Nikos Christodoulides
At the Commemorative Event for the Dark Anniversaries
Presidential Palace, Sunday, 20 July 2025
The profound debt we owe to all those who fought for the universal ideals of Freedom, Democracy, Justice—and our obligation to those who sacrificed so that we might exist—once again guided us to this gathering of remembrance and honor, in order to condemn the twin crimes that inflicted bleeding wounds on our country and our people—wounds that remain unhealed to this day. This is a gathering of memory and respect, and also a clear declaration: we do not forget, and we do not compromise with occupation.
Without any doubt, the verdict of History classifies the treacherous coup by the Athens Junta and its local collaborators as an unforgivable crime that overthrew President Archbishop Makarios, and which Turkey used as a pretext to realize its long‑standing unlawful plans. With its violent invasion in 1974, Turkey divided our homeland and held it hostage, maintaining for a full 51 years an illegal occupation and perpetuating one of the gravest crimes in postwar European history.
The data and evidence against Turkey are overwhelming and shatter the false, recurring narrative that Ankara supposedly cared about the interests and protection of Turkish Cypriots. Beyond the murder of civilians and military personnel—many of whom remain missing to this day—beyond the forcible expulsion of tens of thousands of families from their homes and properties, Turkey’s continued stance and what we heard today from Mr. Erdoğan demonstrate organized, systematic violation of International Law and fundamental Human Rights. Specifically, for 51 full years Turkey has:
- Continued its illegal military occupation over more than one‑third of the territory of the Republic of Cyprus, an independent, sovereign EU and UN member state.
- Refused to grant access to the occupying forces’ archives to clarify the fate of missing persons—a purely humanitarian issue.
- Violated basic freedoms and fundamental rights of all lawful residents of Cyprus—Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Maronites, Armenians, and Latins.
- Expanded illegal settlement and altered the demographic character of our country.
- Intensified economic, political, religious, and social manipulation of Turkish Cypriots.
- Persecuted citizens of the Republic of Cyprus who remain trapped in the occupied areas.
- Destroyed our religious and cultural heritage.
- Prevented us all from traveling, settling, and living freely anywhere within our homeland.
All these are but a few pieces of evidence of a prolonged crime for which Turkey is accountable to the International Community. They amount to flagrant violations of International and European Law, the UN Charter, the sovereignty, independence and territorial integrity of an EU member state, as well as undeniable violations of fundamental freedoms and human rights of all Cypriot citizens—including our Turkish Cypriot compatriots. Therefore, the responsibilities of those who carried out the invasion, and those who sustain and tolerate its continuation, are unbearable.
The unavenged dead, the missing, the heroic refugees, the enclaved, the victims—and every family that continues to suffer 51 years after this continuing crime—define the duty we have to rid ourselves of the consequences of invasion and occupation, to secure our citizens’ right to live in safety and prosperity.
What we have endured for 51 years is unacceptable. Even if habit may bring oblivion or tolerance to some, we neither forget nor compromise. In Cyprus, the dividing line—the line of occupation and the occupying army—violates every day the rights of all Cypriots to live in their homes, travel, settle anywhere in their country, own property, and attend their churches. What we endure is gross injustice—anachronistic and shameful for Europe.
Mandated by the sovereign will of our people to pursue the liberation and reunification of our homeland, we work tirelessly to create conditions for resuming negotiations for a comprehensive solution to the Cyprus issue, based on the UN framework, past negotiating acquis, and, of course, EU principles and values.
From the first day of governing with clear political will and realistic determination, we sought—with a concrete plan—to rekindle international attention to the Cyprus issue. In the midst of global turmoil—between wars in Ukraine and the Middle East—the UN Secretary‑General appointed a personal envoy and, last March, convened an informal expanded meeting in Geneva. Similarly, after our persistent efforts, the European Commission and European Council leaders jointly addressed the Secretary‑General, formally recording not only the EU’s interest in Cyprus but also the framework a solution must ensure. Their joint letter, alongside the European Council Conclusions of April 2024—which clearly link EU‑Turkey relations to progress on the Cyprus issue—strengthen our diplomatic arsenal and validate our approach. Equally important is the appointment of former Commissioner Johannes Hahn as Special Envoy of the European Commission President for Cyprus, achieved after continued effort and contrary to skeptics who labeled it utopian.
And today, on this occasion, I wish to share something with you: All goals—which especially those concerning the Cyprus issue and not solely dependent on us—are difficult, and at first, understandably seem unattainable. Many have learned to give up at the first obstacle. But in our understanding and approach, our homeland cannot afford us to tire of trying. Only when we reach the final goal will we rest.
The recent informal conference in New York may have confirmed once again the intransigent stance of the Turkish Cypriot leadership—and of Ankara—but it also left the window of hope open and demonstrated that when political will, strategic approach, and methodology exist, step by step we can break free from deadlock.
Within this framework, the interventions in New York by the UN Secretary‑General, the British Europe Minister, and of course the Greek Foreign Minister, were critical. The public statements by the Commission President, the Council President, the French President, and the U.S. Ambassador here were also crucial. They were directed not only to specific recipients but also demonstrated that in this great effort, we are not alone.
Despite continued obstacles and delay tactics by the other side, we continue resolutely supporting the UN Secretary‑General’s initiative, convinced that tangible results will lead to resuming talks from where they stalled at Crans‑Montana.
The facts are tough; the challenges are many. But they were never easy—and Cyprus has never had it easy. With our initiatives, our outward‑looking and dynamic foreign policy, strengthened ties with strategic partners, our role within the EU and the region, our elevated image and reputation, and the strengthening of our economy—boosting all the power factors of a state—we achieved the revival of international engagement and the initiation of processes leading toward substantive talks.
Through our clear political will, we ended a seven‑year deadlock, as even the UN Secretary‑General publicly stated. We may not be at the desired point yet—I do not diminish or underestimate the challenges, which I encounter whenever such meetings take place—but even small steps matter, considering where we started in March 2023 and what the Turkish side asserted. Our efforts keep hope alive and allow us, through realistic determination, to continue persistently. We have convinced even the most skeptical that not only do we want a solution, but we can be an active and leading force in achieving it. We convinced that the EU has a role and voice—and is our best guarantee for a reunified homeland without guarantors and foreign troops. That our country is reliable and revitalized—and this unquestionably positively impacts the Cyprus process.
To reinforce what I say: the initiative underway seemed unimaginable two years ago, when Ankara and Mr. Tatar demanded recognition of sovereign equality and many other unacceptable prerequisites before agreeing to discuss or even meet under UN auspices. A demand that was never accepted—and never will be—because we will never negotiate a two‑state solution.
And neither the United Nations, nor the European Union, nor the international community accepts such. It was in this very context that just a few days ago in New York, Mr. Fidan and Mr. Tatar heard the clear position of the UN Secretary‑General and the British Europe Minister. Likewise, the public positions of the EU, France, and the U.S. were expressed.
Hence, I insist: despite difficulties, obstacles, and daily challenges—which I do not at all diminish—I am convinced that the wall of occupation is not impenetrable, and that History can disprove the Cassandras in the case of Cyprus, just as it has in other major international issues before. Provided we remain serious, persistent, methodical, and focused.
Our political will is proven and recognized by the international community, which confirms the foundation upon which our effort is built: that the solution must align with the standards expected in any modern and democratic state—especially an EU Member State—with no occupying army, no guarantors, no interventionist rights. We Cypriots—Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Maronites, Armenians, and Latins—all deserve a functional, fair, viable, and secure state.
Our vision is the reunification of our homeland. To reach that, we follow a concrete strategy to create conditions for a mutually beneficial situation, which will also incentivize Turkey—which holds the key to resolving the Cyprus issue—to shed the outdated beliefs and archaic policies that keep it captive as well. To leave behind obsolete views and obsolete politics that are foreign to any modern democratic environment and prevent Turkey from achieving its national objectives—whether its European path or its regional role—leaving it instead with the stigma of occupier, invader, and violator of human rights in a neighboring state that also has Turkish Cypriot inhabitants.
For these archaic pursuits and dichotomous policies punish not only Greek Cypriots—they also penalize Turkish Cypriot compatriots who are deprived of a better, more peaceful future in a modern, European state. As long as the crime against Cyprus continues, as long as our homeland remains occupied, the tragic consequences also burden Turkish Cypriots and our entire people. This is the stark reality of occupation.
Our intentions toward our Turkish Cypriot compatriots are sincere and selfless. Tonight, I wish to send them a clear message: the Republic of Cyprus is our common home, in which everyone is seen as equal citizens with whom we want—and can—live peacefully.
The unilateral support measures we implement for Turkish Cypriots and the policy we pursue toward all lawful citizens of this country, without discrimination or exclusion, demonstrate in practice the approach of the Republic of Cyprus—a responsible EU Member State respectful of all its citizens. And let us not forget: in the reunited homeland, all of us will thrive with all the benefits that our large European family offers.
With unwavering support from the Greek political world and people, and the backing of EU institutions and partners, as well as strategic allies, we work methodically and rationally—based on strategic planning—to strengthen all power factors of the Republic of Cyprus.
Domestically, our effort for bold reforms is relentless: modernizing institutions, reinforcing the Rule of Law, combating corruption, addressing migration, strengthening our deterrence, investing in social welfare, and bolstering citizens’ sense of security. All these—which also bolster the country’s global presence—depend on a strong and resilient economy through responsible fiscal policy, ensuring growth for all our people and enabling targeted social policy. Internationally, through building synergies with key actors in the global system, we promote our homeland’s broader geostrategic interests—recognized by the international community as a pillar of security and a bridge of peace and cooperation in a globally unstable yet geopolitically vital region. A Cyprus with role and voice, part of solving major international problems affecting the region.
After all, we must remember: only an internally strong country can forge strategic partnerships and alliances, be seen as a reliable partner, and engage in negotiations over its national issue with negotiating strength and serious prospects of success.
Fifty‑one years after the Turkish invasion—and while one‑third of our homeland remains occupied, with all Cypriots’ rights flagrantly violated—I stand before you with emotion and the awe inspired by our duty to our people. As the first President of the postwar generation, I feel a profound responsibility seeing tonight among us the parents, siblings, and relatives of the fallen and missing, prisoners of war and other victims—many of them with impaired health—present this evening, demonstrating, shedding tears, believing, becoming an inexhaustible source of strength for us younger ones.
I am particularly moved by the presence of second‑ and third‑generation refugees, children of the missing and enclaved—my peers who literally were born in tents, spent adolescence in refugee settlements, hoping to return to their birthland, with the slogan “I Remember” deeply etched in their hearts and memories.
These people carry the memory of the “tumbled ruins,” powerfully brought to life through the performance of Mariza Koch, who is with us tonight. We thank and honor her, because in those exceptionally difficult times she stood by our people and brought the Cypriot tragedy to Europe, when others—unfortunately—chose silence.
Tonight we also warmly welcome our brothers from Greece, relatives of the missing, honored fighters who shed blood and sweat in Cyprus, who fought the unequal battle against the Turkish invader.
We once again welcome representatives of Greece’s political leadership, the national delegation from the Hellenic Parliament, and convey to all our deep gratitude on behalf of the Cypriot people.
I greet with special satisfaction the presence of political leadership and organized groups from every corner of Cyprus—proof that the national goal of liberation and reunification transcends partisan or ideological differences and must unite us all.
I shake your hands and, looking into your eyes, I address you with appreciation and respect, along with my sincere promise: I will do everything humanly possible to bring an end to this continuing crime against our people—a crime that offends the civilized world, offends Europe, offends the international community.
Fifty‑one years later, we carry the historical burden to continue the effort to free and reunite our homeland, so that we can hand it over to our children territorially and administratively intact—from Kyrenia to Limassol, from Polis Chrysochous to Apostolos Andreas, from Famagusta to Morphou.
This goal of liberation and reunification is the vow that unites us all—beyond partisan and ideological disagreements. From my side, I promise to continue seeking cooperation with everyone, regardless of party or political origin, because I truly believe that what unites us is clearly more than what divides us. Cyprus’s history, the history of Hellenism, is full of examples of suffering born from division, party extremism, and political fanaticism.
At the same time, there are shining examples where Hellenism achieved success through conditions of consensus and strategic pursuits—with vision, with purpose and plan, always respecting disagreements and different approaches. A bright example is Cyprus’s accession to the European Union—result of a strategic vision developed and executed jointly by Nicosia and Athens—confirming that in politics, as in life, nothing is impossible if there is realistic planning, real will, and persistence. This major success of EU accession—the most significant diplomatic achievement since the founding of the Republic of Cyprus—was the transformative event that changed our country’s trajectory and unquestionably affects the Cyprus solution and the future of our homeland.
From this place here—an iconic symbol of the Republic of Cyprus’s statehood, which we must safeguard against every danger and threat—I pay tribute on behalf of the State to those who fought for the freedom, territorial integrity, and independence of our country. Endless is our gratitude also to the fighters and heroes of the incomparable EOKA Liberation Struggle, which began 70 years ago and led to the end of colonial rule and the establishment of the Republic of Cyprus—the greatest asset we possess.
Thanks to our people’s struggles—with unmatched courage and inexhaustible work ethic—the Republic of Cyprus, despite blows from external enemies and, unfortunately, internal dangers and wrong approaches, demonstrated enviable resilience and disproved those who predicted its collapse. Cyprus—our homeland—is today a modern state walking the path of social progress and economic development, continuously transforming, improving, and advancing internationally.
Leveraging its EU membership, Cyprus is present in decision‑making centers, with role and voice on issues concerning the European and international community, with significant diplomatic and political activity in the fragile and strategically important Eastern Mediterranean and wider Middle East—thanks to its excellent relationships with all countries, its dynamic foreign policy—attributes that make us trusted interlocutors, honorable mediators, predictable partners, and valuable allies.
All these comparative advantages will be fully utilized in the coming months, in the great national challenge when the Republic of Cyprus assumes the Presidency of the Council of the EU. We are working for the successful completion of this national mission, and I have no doubt that the exceptional human capital we have in Cyprus—and everywhere in the world—will prove that a country’s performance does not depend on its geographic or population size.
The Cypriot Presidency of the Council of the EU arrives at a time of major geopolitical challenges and complex issues concerning security, energy, housing, competitiveness, strategic autonomy of the Union, and other internal and international challenges.
Yet challenges are also opportunities. Through this difficult, critical period, we have the chance—as the EU and as the Cypriot Presidency—to work toward deeper European integration, to strengthen all internal and external power factors of our country, and to prove once again that Cyprus and its citizens deserve equal treatment and equal rights with all European citizens.
Condemning the twin crime—the treacherous coup and the Turkish invasion and continuing occupation—is not an anniversary obligation. Today is a day of mourning for Cyprus. A day of mourning for Hellenism. A day of sorrow.
Today is also a moment of introspection to realize the mistakes of the past so as not to repeat them. To leave behind anything that divides us and understand that united we must walk to the one and only destination that duty—and the vision for peace, security, and prosperity—prescribes.
Today—a day of national grief, sadness, but also memory and honor to those who gave their lives for Democracy and Freedom—we draw lessons from the painful past with prudence, gain strength from our people’s courage, and face the next day with hope, optimism, and confidence.
Our destination is nothing less than the transformation of the Republic of Cyprus into a bi‑communal, bi‑zonal federation with political equality—in a free state, without occupying troops, without guarantors, without interventionist rights—that offers all its lawful citizens the same rights as all European citizens. Especially for the New Generation and all those yet to come. Because in our dreams, the New Generation has a dominant place—today’s children are tomorrow’s leaders, who will be called to lead the country forward and lift it even higher, with citizens who thrive and can dream.
So we proceed with the certainty of the poet that the day will come when “dreams will take their revenge,” and we will hand over to our children a homeland that is free, reunified, peaceful, and prosperous.

