“Τα τραγούδια σου, αν σωπάσουν για λίγο οι λυγμοί, θ’ ακούγονται, να γυροφέρνουν στους δρόμους της Λύσης”….

Λάρνακα 1 Μαρτίου 2021


Στη Λύση παιδιά μεγαλώσαμε μπαινοβγαίνοντας στο κουρείο και διαβάζοντας καθημερινά την επιγραφή που είχες σε τέτοια περίοπτη θέση, έτσι ώστε κανένας να μην μπορούσε να ισχυριστεί ότι διέλαθε της προσοχής του. Την ίδια επιγραφή κουβάλησες ως μοναδική αποσκευή και ως γνώμονα ζωής, το 1974 στο περίπτερο στη Λάρνακα. Και μαζί με αυτή και πάλι συνεχίζαμε, έφηβοι πια, να μεγαλώνουμε. Και γι αυτή τη ρήση μας μάζεψες σήμερα εδώ: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ, που όσο κι αν το εμπεδώναμε για μια ζωή, αυτό δεν κάνει τη στιγμή του αποχαιρετισμού να πονάει λιγότερο.

Σε χάσαμε το περασμένο Σαββατόβραδο, απ τα πρώτα της φετινής Άνοιξης, με τον ίδιο τρόπο που ήρθες, έζησες και δημιούργησες: ήσυχα, ήρεμα, σεμνά και ταπεινά και χωρίς των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ολοκληρώνοντας έτσι απ τη Πρωτομαγιά του 1925, ένα μεστό κύκλο ζωής 96 χρόνων αφιερωμένων εξ ολοκλήρου στη Μουσική και τον Πολιτισμό της Κύπρου.
Έφυγες μ ένα καημό. Αυτόν της Λύσης. «Παπά να πάμεν στο χωρκό?» σε ρωτούσαμε κάποιες βδομάδες πριν σε μια ύστατη προσπάθεια να σκαλίσουμε και να ζωντανέψουμε τη μνήμη. Σήκωνες το κεφάλι, και μια αστραπή αμολιόταν μές απ τα μάτια σου: «Ναι! Άτε!». Πώς να γαληνεύσεις, να ελέγξεις όλο αυτό το πάθος για το πιο αυτονόητο ?: Την επιστροφή στα γενέθλια χώματα. «Όιτωρα. Ύστερα πον να σάσει ο τζαιρός». Η αστραπή χανόταν κι έγερνες και πάλι με απογοήτευση το κεφάλι.

Όλα ξεκίνησαν πάνω στη χοροστασία της εκκλησιάς της Παναγίας στη Λύση, δίπλα από τον άνθρωπο που αναγνώριζες και τιμούσες ως τον δάσκαλο σου στη Μουσική: Τον λευκό στη ψυχή και την κόμη Γιάγκο Σουρουλλά. Η χοροστασία είχε γίνει για σένα, το νεαρό τότε Κωστή πέρα από το πατρικό σου στου παππού του Κυριάκου και της γιαγιάς της Αννούς και το μικρό κατάστημα που διατηρούσες στο έμπα του λούρουππα, ένα δεύτερο σπίτι. Είναι γι αυτό τον λόγο που η πίκρα και η απογοήτευση σουήταν μεγάλη όταν ο φθόνος αλλά παραπάνω η άγνοια και η αμορφωσιά έκριναν ότι έπρεπε να σε απομακρύνουν από τη χοροστασία, υπακούοντας στην αρχιερατική επιταγή, ότι αριστεροί στις εκκλησιαστικές χοροστασίες δεν επιτρέποντο.
Αντιστάθηκες όμως στα δύσκολα, τα πέτρινα εκείνα χρόνια του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας με σύνεση και υπομονή κι επέστρεψες χρόνια αργότερα νικητής κι επικεφαλής της χορωδίας του δασκάλου σου.

Η χοροστασία της εκκλησιάς δεν ήταν όμως αρκετή. Δεν ήταν αυτό που είχες στο μυαλόσου. Κι άρχισες να συνθέτεις. Τα τραγούδια σου δεν ήταν μόνο κυπριακοί ρυθμοί. Ήταν οι συνισταμένες μιας πολυδιάστατης και πολύχρωμης μουσικής παράδοσης που ξεκινούσε απ τα Βαλκάνια και κατέληγε στα νερά της Μεσογείου, συναντούσαν τους στίχους του Παύλου Λιασίδη, του Μιχάλη Πασιαρδή, του Φαΐκκη και γίνονταν έτσι η φωνή ενός ολόκληρου λαού, κάνοντας τραγούδι αυτό που είμαστε.

Την αποφασιστική όμως ζωοδόχα πνοή στον πολιτισμό την δώσατε εσύ και οι συνεργάτες σου, με το ΣΥΚΑΛΥ. Με το ακκορτεόν του θείου του Νίκου, το χορό του Αριστόδημου και της Χρύσως και των άλλων πολλών γενιών χορευτών και χορευτριών που πέρασαν και περνούν ακόμα απ το ΣΥΚΑΛΥ, το θκιολί του Πιτρακκή και του Παναή, τη φωνή του Τζιρτζιπή, του Λεωνή, του Κέκκου, του Παυλου και της Χρυστάλλας και το λαούτο του Γιαννάκη, αλλά πάνω απ όλα με τα φτερά της δικής σου φαντασίας κι αστείρευτης έμπνευσης, μετατρέψατε αυτό που θεωρούσαμε ως μουσειακή παράδοση, σε μια ρηξικέλευθη και ζωντανή μορφή Τέχνης. Τα χοροδράματα Ειδύλλιο και Γάμος , τα Μαρμαρένια Αλώνια και οι Βαθκιες Ρίζες ήταν οι σταθμοί μιας πολιτιστικής ανανέωσης.

Και όλα αυτά παράλληλα με τον σκληρό αγώνα για επιβίωση. Πρώτα στο κουρείο στη Λύση και ύστερα στο περίπτερο στη Λάρνακα. «Εν τζαιφήννου μας να κάμουμεντζαι καμιά δουλειά!» έλεγες αστειευόμενος όταν η συνεχής ροή πελατών στο περίπτερο – τη μοναδική πηγή εισοδήματος – σού διέκοπτε συνεχώς τις σκέψεις για ένα τραγούδι, ένα ποίημα, το στήσιμο μιας παράστασης, ή για άλλο ένα ταξίδι του ΣΥΚΑΛΥ.

Πίσω από κάθε βήμα αυτής της τιτάνιας δημιουργικής προσπάθειας αλλά προ πάντων δίπλα σου, βρισκόταν για δεκαετίες ένας άνθρωπος. Ακλόνητος βράχος η μάνα μας, η Παναγιώτα, η Πατού, που δεν στήριζε μόνο την οικογένεια. Ήταν και το δικό σου στέρεο, σίγουρο και ως τη τελευταία στιγμή, πέρα για πέρα ασφαλές αποκούμπι.

Στα τελευταία δε χρόνια στήριξαν το αποκούμπι αυτό η Κωνσταντίνα και η Ναβ, που η έγνοια και η φροντίδα τους, τις έκανε μέλη της οικογένειας.
Ευχόμασταν να σε είχαμε ακόμα λίγο μαζί μας. Ψέματα.
Είχαμε τη ψευδαίσθηση ότι θα σε είχαμε για πάντα μαζί μας. Ν’ ανοίγεις το περίπτερο, ν’ απλώθεις τις εφημερίδες, να κουβεντιάζεις με τους οδηγούς των λεωφορείων, να συζητάς με τους γιατρούς και τους δικηγόρους των παρακείμενων γραφείων, κι ύστερα από 12 ώρες δουλειά να παίρνεις το ποδήλατο να διασχίζεις τη Λάρνακα για να φτάσεις στο μικρό σπίτι του συνοικισμού που για μας ήταν παλάτι και λιμάνι συνάμα. Που έβρισκες τόση δύναμη και κουράγιο;
Για μας που πληθαίναμε και γινόμασταν όλο και πιο πλούσιοι με τη Λίντα, την Αλέξια, την Άνια, την Μπεατρις, τη Σοφία, τη Μαρίνα, τη Ρόμυ, τη Νάταλυ.

Υπάρχουν όμως πράγματα που δεν τα ορίζουμε εμείς όσο κι’αν στη ζωή μας ορίζουμε από μόνοι μας πολλά.
Ορίζουμε αν θα ζήσουμε και μετά τον θάνατο μας, ή αν θα είμαστε ζώντας, κιόλας νεκροί.
Κλείνοντας ένα κύκλο ζωής 96 δημιουργικών χρόνων, χρόνων ανήσυχων και σημαδιακών, αλλά και σημαδεμένων από προπηλακισμό και χλευασμό, θαζεις και μετά τον θάνατο σου μέσα από ένα θεμελιώδους σημασίας για τη μικρή Κύπρο, πολιτιστικό έργο. Έτσι αποφάσισες να ορίσεις εσύ τη ζωή σου.

Αυτός ήσουν. Ένας ακέραιος και αδαμάντινος χαρακτήρας. Ένας ωκεανός συνεχούς εθελοντικής προσφοράς, που ανταμείφθηκε με πολυάριθμες διακρίσεις και βραβεία στο εξωτερικό και στη πατρίδα του, με αποκορύφωμα την απονομή σε σένα και στο ΣΥΚΑΛΥ από το ΑΚΕΛ του Πολιτιστικού Βραβείου Τεύκρου Ανθία και Θεοδόση Πιερίδη και από την κυπριακή πολιτεία του παράσημου του «Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος Αξίας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Την ύψιστη τιμή που απονεμήθηκε ποτέ στη Κύπρο σε καλλιτεχνική ομάδα του λαϊκού πολιτισμού.
Κι’ ύστερα λένε ότι πέθανες! Πώς να πεθάνουν τόσοι μεγατόνοι ενέργειας, δημιουργίας και προσφοράς;

Θάσαι πάντα μαζί μας σε κάθε Ειδύλλιο και Γάμο, σε κάθε σκληρή, άνιση μα νικηφόρα μάχη στα Μαρμαρένια Αλώνια της Ιστορίας μας, μαζί μας και στη συνεχή μας προσπάθεια να ανατρέχουμε στις Βαθκιές Ρίζες του είναι μας. Μαζί μας κάθε φορά που θα τραγουδάμε τους καμούς μιας αιώνια καημένης Τζύπρου, δίπλα σε κάθε στενταρισμένο της χαράς που τον εγέννησεν η γη γομάριν παραπάνω, δίπλα και μαζί σε κάθε αιμάσσουσα από έρωτα καρδιά που θα κλαίει για μια γρουσή.

Τα τραγούδια σου, αν σωπάσουν για λίγο οι λυγμοί, θ’ ακούγονται, να γυροφέρνουν στους δρόμους της Λύσης, να ξαποστένουν στα λεμονόδεντρα της Αγλάσυκας, στ αμπέλια του Παλιοπραστειού, στη δοξαμένη του Ασπρή, στους ευκάλυπτους τ ΑηΦινιανού,να συναντούν τη φωνή του Γιάγκου Σουρουλλά κι’αυτήν του Παύλου Λιασίδη που θ’απαγγέλλει με το ίδιο πάντα πάθος πως «…εκόντεψεν πκιον ο τζιαιρόςπον να πεθάνει ο χάρος» και θα καταλήγουν σαν βάλσαμο στις καρδιές όλων εμάς που σε γνωρίσαμε, που σ’αγαπήσαμε και που θα σε θυμόμαστε για πάντα.

Αιωνία σου η μνήμη Κωστή.
Παπά, σ ευχαριστούμε για όλα.
Κυριάκος Κωστέας

Share:

Facebook
Twitter
Pinterest
LinkedIn
On Key

Related Posts

error: Content is protected !!